Η Εθνική Ελλάδας μπαίνει στο κρισιμότερο παράθυρο της τετραετίας με μια λίστα απουσιών που έχει γίνει είδηση από μόνη της. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι ποιοι λείπουν. Είναι το τι γίνεται πίσω τους.
Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο δεν θα βρεθεί στη Ρίγα ούτε στο ΟΑΚΑ. Ο Κώστας Σλούκας ούτε. Ο Τόμας Ουόκαπ έμεινε ξανά εκτός, με το συμβόλαιό του στον Ολυμπιακό να έχει μετατραπεί σε νομικό θρίλερ. Ο Νίκος Ρογκαβόπουλος κλήθηκε, αλλά η πελματιαία απονεύρωση τον κράτησε μακριά από την πρώτη μέρα της προετοιμασίας. Και οι Νεοκλής Αβδάλας, Αλέξανδρος Σαμοντούροβ και Βαγγέλης Ζούγρης δεν πήραν άδεια από τα κολέγιά τους.
Το εύκολο είναι να πούμε πως «λείπουν πολλοί» και είναι αλήθεια. Όσο άβολα ρηχό και αν ακούγεται.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι το πόσοι λείπουν, αλλά γιατί η Ελλάδα δυσκολεύεται τόσο πολύ να απορροφήσει αυτές τις απουσίες; Οι μεγάλες μπασκετικές χώρες χάνουν κι αυτές παίκτες κάθε καλοκαίρι. Αλλά εκεί δεν γίνεται… «σεισμός».
Και δεν είναι ερώτημα που θέτουμε τώρα για πρώτη φορά. Το είχε θέσει και ολόκληρη FIBA πριν από τρία χρόνια!
Η αριθμητική της 17άδας
Ας αφήσουμε τα ονόματα και ας κοιτάξουμε τις ημερομηνίες γέννησης.
Στους 17 που κάλεσε ο Βασίλης Σπανούλης, ο μέσος όρος ηλικίας αγγίζει τα 29. Ο Νικ Καλάθης είναι 37, ο Κώστας Παπανικολάου 36, ο Θανάσης Αντετοκούνμπο 34. Μόνο τρεις παίκτες είναι κάτω των 25: ο Νάσος Μπαζίνας (22), ο Όμηρος Νετζήπογλου (23) και ο Αντώνης Καραγιαννίδης (24). Ο Ρογκαβόπουλος μόλις έκλεισε τα 25.
Το πιο εύγλωττο στοιχείο δεν είναι η ηλικία τους, αλλά το βιογραφικό τους με τη γαλανόλευκη: και οι τρεις μαζί έχουν (αθροιστικά ε;) 19 συμμετοχές και 27 ολόκληρους πόντους στην Εθνική Ανδρών. Δεκαεννιά συμμετοχές. Δηλαδή, στατιστικά, όσα δύο καλοκαίρια ενός φερόμενου ως βασικός.
Αυτό φυσικά δεν είναι κατηγορητήριο για τον προπονητή. Ο Σπανούλης παίζει με την τράπουλα που του δίνουν. Είναι όμως ακτινογραφία. Όταν φύγουν ταυτόχρονα ένας MVP του NBA, ένας κορυφαίος πλέι μέικερ της Ευρώπης και δύο ρόλοι-κλειδιά, το κενό δεν καλύπτεται από παίκτες που ακόμα δεν έχουν προλάβει να μάθουν πού είναι τα αποδυτήρια…
Το γερμανικό μέτρο σύγκρισης (και η παγίδα του)
Η Γερμανία, παγκόσμια πρωταθλήτρια του 2023 και πρωταθλήτρια Ευρώπης του 2025, μπαίνει στο ίδιο παράθυρο με 15 παίκτες. Τον Ιούλιο είχαν διαρρεύσει πως οι διαθέσιμοι NBAers ήταν επτά. Στην τελική λίστα του Άλεξ Μούμπρου έμειναν τρεις (Ντένις Σρούντερ, Άζάια Χάρτενσταϊν, Τρίσταν ντα Σίλβα) και επτά παίκτες EuroLeague.
Και εδώ κρύβεται το πραγματικό μάθημα, που δεν έχει σχέση με το πόσους NBAers βγάζει κάθε χώρα.
Οι Γερμανοί άφησαν εκτός τους αδελφούς Βάγκνερ. Άφησαν εκτός και τον Άριελ Χακπόρτι, τον Κρίστιαν Άντερσον, τον Χάνες Στάινμπαχ, τον Τζακ Καγίλ. Δηλαδή τέσσερις παίκτες 19-24 ετών με πρόσφατο εισιτήριο για το NBA. Τους άφησαν εκτός επειδή μπορούσαν. Επτά από τους 15 που ταξιδεύουν ήταν παγκόσμιοι πρωταθλητές το 2023, οκτώ πρωταθλητές Ευρώπης πέρυσι.
Η πολυτέλεια δεν είναι να έχεις σταρ. Η πολυτέλεια είναι να λες «όχι» σε τέσσερα ταλέντα και να μη σε πονάει.
Θα ήταν επιφανειακό να ζητήσουμε από την Ελλάδα να παράγει επτά NBAers· η Γερμανία των 84 εκατομμυρίων κατοίκων δούλεψε δεκαπέντε χρόνια για να φτάσει εκεί. Το ζητούμενο είναι πιο ταπεινό και πιο μετρήσιμο: να υπάρχουν δέκα Έλληνες 20-25 ετών που να παίζουν πραγματικά, κάθε βδομάδα, σε επίπεδο EuroLeague ή EuroCup. Όχι να υπάρχουν στα χαρτιά. Να παίζουν.
Η δεξαμενή δεν γεμίζει γιατί ο αγωγός… στάζει
Εδώ το άρθρο θα μπορούσε εύκολα να γλιστρήσει στο γνωστό μοιρολόι περί «κρίσης του ελληνικού μπάσκετ». Τα νούμερα, όμως, δεν το επιτρέπουν.
Το καλοκαίρι του 2026 η Ελλάδα τερμάτισε 5η στο EuroBasket U20, 6η στο U18 και 6η στο U16. Στη συνολική κατάταξη των 48 ευρωπαϊκών χωρών βρέθηκε τρίτη, πίσω μόνο από Γαλλία και Ισπανία και ισόβαθμη με τη Σλοβενία. Στα κορίτσια πήρε δύο ανόδους στην πρώτη κατηγορία. Η ΕΟΚ, στην αποτίμησή της, χρειάστηκε να δανειστεί Σεφέρη για να το περιγράψει και για μια φορά η υπερβολή δικαιολογείται, γιατί πρόκειται για ισοφάριση του καλύτερου καλοκαιριού στην ιστορία της.
Άρα το ταλέντο υπάρχει. Η δεξαμενή κανονικά μπορεί να γεμίσει…
Ο αγωγός όμως… στάζει. Και στάζει σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο: μεταξύ 19 και 24 ετών.
Εκεί συμβαίνουν τρία πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, οι καλύτεροι φεύγουν για NCAA και το NCAA, με τα λεφτά που ρίχνει πλέον στα δεκαοκτάχρονα, δεν είναι πια σχολείο αλλά ανταγωνιστής. Δεύτερον, όσοι μένουν βρίσκουν μπροστά τους ρόστερ EuroLeague χτισμένα με λογική δεκαπεντάδας, όπου κάθε θέση δίνεται σε δοκιμασμένο επαγγελματία που εγγυάται δώδεκα καθαρά λεπτά. Τρίτον, την ίδια στιγμή το ΕΣΑΚΕ συζητά αύξηση των ξένων στους επτά.
Είναι το παράδοξο που έχει επισημανθεί και από συναδέλφους στην Αθήνα: ποιος ξέρει έστω ένα όνομα από την Εθνική Νέων που βγήκε 5η στην Ευρώπη; Ελάχιστοι. Επειδή στα 19 και στα 20 τους οι περισσότεροι παίζουν σε Elite League, σε Β’ Εθνική ή σε κάποιο κολέγιο που δεν βγαίνει καν στην τηλεόραση.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι, λέει ο λαός. Το ελληνικό μπάσκετ όμως έχει διαλέξει τα δέκα και καρτέρει.
Η άλλη πλευρά (γιατί δεν είναι τόσο απλό)
Υπάρχει και σοβαρός αντίλογος, και οφείλουμε να τον ακούσουμε.
Πρώτον, οι σύλλογοι δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός παίζουν σε μια διοργάνωση όπου η διαφορά ανάμεσα στο Final Four και στη δωδέκατη θέση μετριέται σε εκατομμύρια. Ένας προπονητής που θα δώσει 18 λεπτά σε έναν 20χρονο τον Δεκέμβριο μπορεί να μην είναι εκεί τον Μάρτιο.
Δεύτερον, οι Έλληνες παίκτες δεν είναι φθηνοί. Με Άρη, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ να έχουν βρει επενδυτές και να κυνηγούν Έλληνες για να συμπληρώσουν τις εγχώριες θέσεις, οι τιμές έχουν εκτιναχθεί. Παίκτες που πριν λίγα χρόνια κόστιζαν 100.000 πιάνουν σήμερα εξαψήφια νούμερα με διαφορετικό πρώτο ψηφίο. Γίνεται δηλαδή μία στρέβλωση της αγοράς. Και δημιουργεί το αντίστροφο πρόβλημα: ο νεαρός παίρνει συμβόλαιο πριν πάρει λεπτά συμμετοχής.
Τρίτον (και αυτό είναι το πιο ελπιδοφόρο) δύο από τους τρεις που έλειψαν φέτος λόγω κολεγίου, οι Αβδάλας και Σαμοντούροβ, βρίσκονται στη Νορθ Καρολάινα. Δηλαδή στην κορυφή, όχι στην αφάνεια. Σε δύο χρόνια θα είναι διαθέσιμοι, ώριμοι και εκτεθειμένοι σε υψηλό ανταγωνισμό.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν βγάζει παίκτες. Είναι ότι δεν τους χρησιμοποιεί στο διάστημα που καθορίζει αν θα γίνουν διεθνείς ή απλώς επαγγελματίες.
Η προειδοποίηση είχε γραφτεί το 2023 και έμεινε στο συρτάρι
Δεν χρειάζεται να τα μαντέψουμε όλα αυτά. Είναι γραμμένα.
Στο επίσημο scouting report του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2023, που συνέταξαν οι Κέιλεμπ Χάρισον, Νέλσον Ίσλι, Μίλαν Όπασιτς και Πάτρικ Χαντ για λογαριασμό της FIBA, η σελίδα της Ελλάδας κλείνει με μία φράση που τότε πέρασε απαρατήρητη. Η ομάδα, γράφουν, ανακάτευε βετεράνους με νέους και θα χρειαζόταν να κοιτάξει προς την κατεύθυνση του “refreshing the National Men’s Team program in the near future”. Να ανανεώσει, δηλαδή, το ίδιο το πρόγραμμα της Εθνικής Ανδρών, αν ήθελε να έχει θετική επίδραση στη διεθνή της θέση.
Η Ελλάδα είχε τερματίσει 15η με 2-3, χωρίς τον Γιάννη και χωρίς τον Μήτογλου.
Όσο ανατριχιαστικό και αν δείχνει αυτό σήμερα, το ακόμα πιο σημαντικό βρίσκεται στη λίστα από πάνω της. Οι πέντε παίκτες που ξεχώρισε η FIBA για την ελληνική ομάδα εκείνου του καλοκαιριού ήταν ο Γιάννης Παπαπέτρου, ο Τόμας Ουόκαπ, ο Γιαννούλης Λαρεντζάκης, ο Γιώργος Παπαγιάννης και (με την ηλικία σε παρένθεση, όπως κάνει η έκθεση για τα ανερχόμενα ταλέντα) ο Νίκος Ρογκαβόπουλος (22).
Τρία χρόνια μετά: ο Παπαπέτρου εκτός πλάνων. Ο Ουόκαπ εκτός, με το συμβόλαιό του σε δικαστική τροχιά. Ο Παπαγιάννης εκτός. Ο Λαρεντζάκης μέσα, στα 32 του. Και ο Ρογκαβόπουλος, το «ταλέντο των 22» της έκθεσης, είναι σήμερα 25 ετών, εξακολουθεί να θεωρείται το νέο αίμα της Εθνικής και έχασε την πρώτη μέρα της προετοιμασίας με πελματιαία απονεύρωση.
Πίσω του, στη λίστα των διαδόχων, δεν πρόλαβε να μπει σχεδόν κανείς.
Το ειρωνικό είναι ότι οι σκάουτερ της FIBA είχαν κλείσει με αισιοδοξία: επικαλέστηκαν τους 50 πόντους του ελληνικού πάγκου στην ανατροπή επί της Νέας Ζηλανδίας και έγραψαν ότι το μέλλον διαγράφεται μάλλον φωτεινό. Στην ίδια έκθεση, η Γερμανία περιγράφεται ως η ομάδα με ένα από τα βαθύτερα και πιο έμπειρα ρόστερ της διοργάνωσης, με ποιότητα σε κάθε θέση. Και ο Γκόρντον Χέρμπερτ να μοιράζει από περίπου είκοσι λεπτά σε κάθε ψηλό του, ώστε να φτάσει φρέσκος στα νοκ-άουτ.
Τρία χρόνια μετά, ο πυρήνας που θα παίξει με την Ουκρανία και την Ισπανία περιλαμβάνει τον ίδιο Παπανικολάου, τον ίδιο Καλάθη που είχε ξαναφορέσει τη φανέλα στο Παρίσι το 2024, και έναν Ντόρσεϊ που επιστρέφει ως νατουραλιζέ. Η έκθεση δεν έλεγε «η Ελλάδα δεν έχει παίκτες». Έλεγε «η Ελλάδα πρέπει να ανανεώσει το πρόγραμμά της». Είναι διαφορετικό πράγμα, και είναι το πράγμα που τελικά… δεν έγινε.
Το χάλκινο του EuroBasket 2025 ήταν πραγματική επιτυχία και δεν πρέπει να το μειώσουμε. Ταυτόχρονα, όμως, λειτούργησε σαν αναισθητικό. Όταν κερδίζεις μετάλλιο, κανείς δεν ρωτάει τι θα γίνει το 2029.
Οι ήττες από Ρουμανία και Πορτογαλία τον Ιούλιο, που άφησαν την Ελλάδα με 3-3 και την έστειλαν στη β’ φάση πίσω από πέντε ομάδες, ήταν το ξυπνητήρι που κανείς δεν είχε βάλει.
Τι θα δείξει το ΟΑΚΑ
Στις 28 Αυγούστου στη Ρίγα και στις 31 στο Τελεκόμ Σέντερ, η βαθμολογία θα μιλήσει για την πρόκριση στο Κατάρ. Κάτι άλλο, όμως, θα κρίνεται παράλληλα και δεν θα φαίνεται στο μπόξ σκορ.
Πόσα λεπτά θα δώσει ο Σπανούλης στον Μπαζίνα και στον Νετζήπογλου όταν το ματς μυρίσει μπαρούτι; Θα τους εμπιστευτεί στο τελευταίο πεντάλεπτο ή θα γυρίσει στη σιγουριά των 36άρηδων;
Η ανανέωση δεν είναι κάτι που ανακοινώνεται. Είναι μία απόφαση που παίρνεται σε πραγματικό χρόνο, με το κοινό να ουρλιάζει και με τον πάγκο να έχει και άλλες, ασφαλέστερες επιλογές.
Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη και μία τρίτη θέση στην κατάταξη των μικρών ηλικιών δεν φτιάχνει εθνική ομάδα. Φτιάχνει, όμως, υποψηφιότητα. Ο Ανδρέας Μπάρλος στα 16 του σκόραρε 33 πόντους στην Πολωνία με τους Παίδες. Ο Χατζηλάμπρου κουβάλησε την Εφήβων με 23 απέναντι στη Γαλλία. Ο Αβδάλας μαθαίνει μπάσκετ στο Τσάπελ Χιλ.
Αν αυτοί οι παίκτες βρουν στα 21 τους ένα παρκέ που τους περιμένει και όχι μια σειρά αναμονής πίσω από τον έβδομο ξένο, τότε το παράθυρο του Αυγούστου του 2026 θα θυμόμαστε ως τη στιγμή που η Ελλάδα κατάλαβε πού βρίσκεται η τρύπα στον αγωγό.
Και οι τρύπες, σε αντίθεση με τα ταλέντα, φτιάχνονται.
