Tag - ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ

Παίξε για την πατρίδα σου…

Ένα 16χρονο παιδί, γεννημένο στο Βέλγιο και προπονούμενο στην Ισπανία, θύμισε σε όλους μας από ποια πλευρά διαβάζεται η φανέλα.

Ένα παιδί, που δεν το ξέραμε μέχρι πριν λίγες ημέρες, στα 16 του χρόνια, έριξε μία φράση που, όταν τη λες σε αυτή την ηλικία, βάζει σε σκέψεις ανθρώπους που κυκλοφορούν στα γήπεδα εικοσιπέντε και βάλε χρόνια! Ο Γιώργος Μοναμά έγραψε: «Μην παίζεις για το όνομα στην πλάτη σου, αλλά για την πατρίδα σου».

Δεν ακούστηκε σε κάποια συνέντευξη Τύπου, με μικρόφωνα μπροστά του και τον υπεύθυνο επικοινωνίας δίπλα του να μετράει τα λεπτά. Το έγραψε και το ανέβασε μόνος του, μετά το τέλος ενός Ευρωμπάσκετ Παίδων στο οποίο η Εθνική Ελλάδος τερμάτισε έκτη. Δηλαδή σε μια θέση που στη γλώσσα του βαθμολογικού πίνακα δεν λέει και τίποτα, αλλά στη γλώσσα της ανάπτυξης παικτών τα λέει όλα!

Το παιδί που ήρθε από… μακριά

Ας βάλουμε τα γεωγραφικά στη σειρά, γιατί βοηθούν. Γεννημένος στο Βέλγιο. Εκπαιδευμένος σε ισπανική ακαδημία, εκεί δηλαδή όπου το μπάσκετ αντιμετωπίζεται ως επιστήμη κι όχι ως ταλέντο που θα «βγει από μόνο του». Πρώτη συμμετοχή με τη γαλανόλευκη. Και μέσα σε αυτή την πρώτη φορά, 13,1 πόντοι, 4 ριμπάουντ, 3,4 ασίστ, 2 κλεψίματα, 1 τάπα και 14 στην αξιολόγηση σε 25,6 λεπτά.

Αυτά τα νούμερα δεν είναι «ωραία για την ηλικία του». Είναι νούμερα παίκτη που πήρε την μπάλα στα χέρια του σε διοργάνωση όπου κανείς δεν χαρίζει τίποτα, και δεν την έκρυψε. Ένας γκαρντ που παράγει, μοιράζει και αμύνεται ταυτόχρονα σε αυτή την ηλικία είναι σπάνιο είδος. Και συνήθως γίνεται σπανιότερο όσο μεγαλώνει, γιατί κάπου στα 18 του κάποιος του εξηγεί ότι «οι ασίστ δεν πουλάνε».

Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι το στατιστικό. Είναι ότι ένα παιδί με βελγικό διαβατήριο, ισπανική καθημερινότητα και όλες τις πόρτες ανοιχτές μπροστά του, επέλεξε να μιλήσει για την πατρίδα σαν να μιλάει για κάτι αυτονόητο. Δεν το φόρτωσε με πάθος, ούτε με πατριδογνωσία. Το είπε κι έκλεισε το θέμα…

Ο καθρέφτης της πλάτης

Ζούμε στην εποχή που ο αθλητής μαθαίνει να χτίζει το «brand» του πριν μάθει να χτίζει το σουτ του. Το highlight πάει πάνω από τη νίκη, το reel πάνω από το ματς, το προφίλ πάνω από τον ίδιο τον παίκτη. Δεν κατηγορώ κάποιον, απλάα περιγράφω την εποχή: όταν ο αλγόριθμος πληρώνει καλύτερα από το ίδιο το πρωτάθλημα, όλοι κοιτάζουν προς τα εκεί που πέφτουν οι προβολείς.

Και κάπου εκεί αρχίσαμε να διαβάζουμε τη φανέλα ανάποδα. Το όνομα στην πλάτη έγινε βιογραφικό. Η φανέλα έγινε το φόντο. Η Εθνική ομάδα, από τιμή, μετατράπηκε σε παράθυρο προβολής: Μια βιτρίνα με καλό φωτισμό, όπου πας για να σε δουν οι σκάουτερ και φεύγεις πριν αρχίσει το δύσκολο κομμάτι. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ για παραδείγματα. Κάθε καλοκαίρι, σε πολλές χώρες, το τηλέφωνο της ομοσπονδίας κατά την κλήση των εθνικών ομάδων γεμίζει με ευγενικές αρνήσεις παικτών που όλες αρχίζουν με το «φέτος δυστυχώς δεν θα μπορώ…».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν έρχεται ένας δεκαεξάχρονος και λέει, με τη σιγουριά που μόνο τα δεκαέξι επιτρέπουν, ότι το μπροστά μέρος της φανέλας βαραίνει περισσότερο από το πίσω. Πες το κλισέ αν θέλεις. Πες το και ρομαντισμό. Δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι η μοναδική πρόταση που κρατάει όρθιο ένα άθλημα σε χώρες που δεν έχουν ούτε πληθυσμό ούτε τον προϋπολογισμό για να αγοράσουν μια επιτυχία…

Η πατρίδα είναι θέμα επιλογής

Κάθε τόσο έχουμε τη συζήτηση για το ποιος «δικαιούται» να φοράει το εθνόσημο και ποιος απλώς το… δανείζεται για δύο παράθυρα. Το μήνυμα του Μοναμά δίνει μια ισχυρή απάντηση: η πατρίδα δεν είναι θέμα διαβατηρίου, είναι θέμα επιλογής. Και οι επιλογές δεν γίνονται στα 25, όταν έχει στεγνώσει η αγορά. Γίνονται στα 15 και στα 16, τότε που ένα παιδί αποφασίζει αν η φανέλα με την σημαία μπροστά είναι στόχος ή απλά κάποιος ενδιάμεσος σταθμός.

Το ερώτημα, βέβαια, γυρίζει και προς την άλλη πλευρά: τι κάνει η εκάστοτε ομοσπονδία για να αξίζει αυτή η επιλογή; Γιατί το να ζητάς από ένα παιδί την «καρδιά» του ενώ του προσφέρεις τρεις προπονήσεις στο πόδι, ένα φιλικό της τελευταίας στιγμής και μια αποστολή που ανακοινώνεται μια βδομάδα πριν, είναι σαν να ζητάς από κάποιον να ερωτευτεί μέσω SMS (ή messenger ή DM για να έρθουμε σε πιο πρόσφατα… μονοπάτια). Η αφοσίωση δεν επιβάλλεται με ανακοινώσεις. Χτίζεται με δομές, με σχεδιασμό, με ανθρώπους που θυμούνται τα παιδιά και τον Νοέμβριο, όχι μόνο τον Ιούλιο.

Και μετά;

Ο Μοναμά είναι 16 ετών. Μπροστά του υπάρχουν τραυματισμοί, μεταγραφές, ατζέντηδες, προπονητές που θα τον λατρέψουν και προπονητές που θα τον αφήσουν στον πάγκο για λόγους που ούτε ο ίδιος θα καταλάβει. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή η φράση θα αντέξει μέχρι τα 24 του και θα ήταν άδικο να του τη χρεώσουμε σαν συμβόλαιο εφ’ όρου ζωής.

Αυτό που ξέρουμε είναι πως, τον Αύγουστο του 2026, ένα παιδί που μπορούσε να μιλήσει για τον εαυτό του διάλεξε να μιλήσει για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Κι αν αυτό σας ακούγεται μικρό, δοκιμάστε να θυμηθείτε πόσοι ενήλικες, με πολύ περισσότερα λεφτά και πολύ λιγότερα δικαιολογητικά, δεν το έκαναν ποτέ.

Η πλάτη γράφει ποιος είσαι. Το μπροστά μέρος γράφει από πού είσαι. Και στα σπουδαία ματς, αυτά που τα θυμάσαι είκοσι χρόνια μετά, πάντα κερδίζει το δεύτερο.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Αθλητισμός για όλους ή Πρωταθλητισμός; Πότε γίνεται ο… διαχωρισμός;

Υπάρχει μια κουβέντα που επαναλαμβάνεται σε κάθε σύσκεψη, σε κάθε ημερίδα, σε κάθε παρακάμπι γηπέδου: κάποια στιγμή πρέπει να ξεχωρίσουμε τον αθλητισμό για όλους (ή αθλητισμό συμμετοχής όπως αναφέρεται) από τον πρωταθλητισμό. Και έχει βάση. Δεν έχει τις ίδιες ανάγκες το παιδί που θέλει να παίζει δυο φορές την εβδομάδα, με το παιδί που ζητά περισσότερη προπόνηση, μεγαλύτερη πρόκληση, ίσως και μια πορεία στο υψηλό επίπεδο.

Το δύσκολο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός. Είναι το πότε και με τι σιγουριά μπορούμε να τον κάνουμε…

Γιατί εκεί, ακριβώς εκεί, το αθλητικό μας ένστικτο πέφτει πάνω σε έναν τοίχο από αριθμούς.

36,3%: το κόσκινο που κοσκινίζει ασταμάτητα

Πολύ πρόσφατα, μόλις στις 30 Ιουνίου του 2026 δημοσιεύθηκε στο Sports Medicine Open μια μεταανάλυση των Arne Güllich και Michael Barth που είναι δύσκολο να προσπεραστεί με ένα απλό ανασήκωμα των ώμων. Δεδομένα από 44.287 αθλητές, από 42 χώρες και από όλα τα ολυμπιακά αθλήματα. Αντικείμενο μελέτης όχι οι θεωρίες, αλλά η ίδια η πράξη: τι συμβαίνει μέσα σε ακαδημίες υψηλού επιπέδου και αναπτυξιακές εθνικές ομάδες;

Το εύρημα: η μέση ετήσια εναλλαγή αθλητών μέσα σε αυτά τα προγράμματα φτάνει το 36,3%. Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι οι περισσότερες αποφάσεις επιλογής αναθεωρούνται μέσα σε δύο χρόνια και ότι πάνω από το μισό αθλητικό δυναμικό αντικαθίσταται μέσα σε μία… διετία!

Ας το μεταφράσουμε στη γλώσσα του γηπέδου. Τα ίδια τα συστήματα που υποτίθεται πως αναγνωρίζουν το μελλοντικό ταλέντο, αλλάζουν γνώμη διαρκώς για το ποιος τελικά το έχει. Δεν είναι μηχανές πρόβλεψης. Είναι κόσκινα που κοσκινίζουν ξανά και ξανά το ίδιο υλικό, κάθε χρόνο, και κάθε χρόνο βγάζουν διαφορετικό αποτέλεσμα.

Και προσοχή: η εναλλαγή δεν περιοριζόταν στις πολύ μικρές ηλικίες. Δεν είναι δηλαδή θέμα «παιδικού λάθους» που διορθώνεται μεγαλώνοντας.

Και μόλις 2,2%

Αν το πρώτο νούμερο σας (μας) προβλημάτισε, το δεύτερο ξηλώνει πουλόβερ!

Άλλη μεταανάλυση, με 13.392 αθλητές ολυμπιακών αθλημάτων, εξέτασε πόσο καλά προβλέπει η απόδοση στις αναπτυξιακές ηλικίες την απόδοση στους ενήλικες. Η απάντηση: μόλις το 2,2% της διακύμανσης. Και όσο μικρότερη η ηλικιακή κατηγορία, τόσο ασθενέστερη η σχέση.

Δύο κόμμα δύο τοις εκατό. Δηλαδή, το 97,8% της ιστορίας γράφεται μετά.

Δεν σημαίνει ότι ο καλός 15χρονος δεν γίνεται καλός ενήλικας. Σημαίνει ότι, κοιτάζοντας ποιος είναι καλύτερος σήμερα, δεν βλέπουμε ποιος θα είναι καλύτερος σε δέκα χρόνια. Κι όμως, μεγάλο μέρος του αναπτυξιακού αθλητισμού είναι στημένο σαν να μπορούμε να δούμε…

Οι μάρτυρες: Διαμαντίδης, Αντετοκούνμπο, Γιόκιτς, Κάρι

Τα ονόματα δεν αποδεικνύουν θεωρίες. Τις εικονογραφούν όμως με τρόπο που δεν σηκώνει παρεξήγηση.

Δημήτρης Διαμαντίδης. Στο επίσημο αρχείο της FIBA, η μοναδική καταγεγραμμένη συμμετοχή του σε αναπτυξιακή Εθνική είναι το Ευρωπαϊκό Νέων του 2000 (η σημερινή U20). Ήταν ήδη 20 ετών, με μέσο όρο 3 πόντους, 3,4 ριμπάουντ, 1,3 ασίστ. Καμία καταγεγραμμένη παρουσία σε Ευρωπαϊκό U16 ή U18. Λίγα χρόνια αργότερα, έγινε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών.

Γιάννης Αντετοκούνμπο. Ας το πούμε σωστά, γιατί συχνά λέγεται λάθος: δεν έμεινε εκτός όλων των αναπτυξιακών Εθνικών. Αγωνίστηκε στο Ευρωπαϊκό U20 του 2013, σε δέκα παιχνίδια, με 8 πόντους, 7,6 ριμπάουντ, 2,2 ασίστ και 1,4 κοψίματα. Είναι όμως η μοναδική αναπτυξιακή διοργάνωση στο προφίλ του στη FIBA. Ούτε U16, ούτε U18. Ο μετέπειτα MVP του NBA δεν είχε τη διαδρομή που θα περιμέναμε στις ηλικίες όσοι νομίζουμε ότι ξεχωρίζουμε τους μελλοντικούς κορυφαίους.

Νίκολα Γιόκιτς. Πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία με αναπτυξιακή Εθνική Σερβίας στο Παγκόσμιο U19 του 2013 (7,1 πόντοι, 5 ριμπάουντ, 1,5 ασίστ). Δεν ήταν στην U18 που έναν χρόνο νωρίτερα είχε πάρει την πρόκριση για τη συγκεκριμένη διοργάνωση. Η ίδια η FIBA έχει επιστρέψει αναδρομικά σε εκείνη την περίοδο με τίτλο που τα λέει όλα: όταν ο Γιόκιτς ήταν… άγνωστος.

Στεφ Κάρι. Μοναδική συμμετοχή σε αναπτυξιακή Εθνική ΗΠΑ, το Παγκόσμιο U19 του 2007, σε ηλικία 19 ετών: 9,4 πόντοι, 3,8 ριμπάουντ, 2,2 ασίστ.

Για να μην παρεξηγηθούμε, κανένα από τα παραπάνω παραδείγματα δεν λένε πως «οι Εθνικές κάνουν λάθος». Θα ήταν εξίσου πρόχειρο συμπέρασμα. Σημαίνει όμως κάτι πιο χρήσιμο και πιο ταπεινό: η λίστα των καλύτερων στα 15 τους χρόνια, δεν είναι η λίστα των καλύτερων στα 25. Και τα δεδομένα των 44.287 αθλητών δείχνουν ότι το ξέρουν ακόμη και τα ίδια τα συστήματα, γι’ αυτό αλλάζουν συνεχώς άποψη…

Ο ένοχος λέγεται… βιολογία

Γιατί όμως αστοχούμε τόσο συχνά; Ο βασικός λόγος δεν είναι η ανικανότητα των προπονητών. Είναι το ημερολόγιο που δεν συμφωνεί με το σώμα.

Δύο παιδιά της ίδιας χρονολογικής ηλικίας μπορεί να βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικό στάδιο ωρίμανσης. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή επισημαίνει ότι μεταξύ 9 και 15 ετών (περίπου) η ανάπτυξη και η βιολογική ωρίμανση επηρεάζουν έντονα την απόδοση, και αναγνωρίζει ρητά ότι η διαδικασία επιλογής μπορεί να ευνοεί όσους ωριμάζουν νωρίτερα, δημιουργώντας λανθασμένους αποκλεισμούς για όσους αναπτύσσονται αργότερα. Νεότερη συναίνεση της ΔΟΕ υπογραμμίζει ότι η εφηβεία είναι μη γραμμική και ασύγχρονη σωματικά, φυσιολογικά, ψυχολογικά και κοινωνικά. Στο μπάσκετ, μάλιστα, η τάση προς τους πρώιμα ωριμάζοντες αναγνωρίζεται ιδιαίτερα, λόγω του πλεονεκτήματος σε μέγεθος, δύναμη και ισχύ.

Μεταφρασμένο: ο πιο δυνατός 13χρονος μπορεί απλώς να ξεκίνησε νωρίτερα. Ο κοντός και αδύναμος συμπαίκτης του μπορεί σε δύο χρόνια να είναι άλλος άνθρωπος.

Και εδώ κρύβεται η πραγματική ζημιά. Αν στο μεσοδιάστημα ο δεύτερος έχασε χρόνο συμμετοχής, προπονητικές ώρες, αυτοπεποίθηση, ή αν απλώς τα παράτησε, τότε το σύστημα κατασκεύασε μόνο του αυτό που αργότερα θα ονομάσει «έλλειψη ταλέντου». Η προφητεία που αυτοεκπληρώνεται δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι μια λίστα με ονόματα.

Η μαγική ηλικία δεν υπάρχει

Άρα φτάνουμε στην κρίσιμη ερώτηση: Πότε γίνεται ο διαχωρισμός των παιδιών που πάνε για πρωταθλητισμό, με αυτά που θέλουν απλά να παίξουν με τους φίλους τους; Στα 13; Στα 14;

Η επιστήμη δεν μας δίνει ηλικία. Δεν υπάρχει σημείο όπου να πούμε «μέχρι εδώ συμμετοχή, από εδώ και εμπρός πρωταθλητισμός», γιατί η ανθρώπινη ανάπτυξη δεν λειτουργεί με ταμπέλες κυκλοφορίας. Η ΔΟΕ προτείνει ευέλικτα και συμπεριληπτικά μοντέλα, που λαμβάνουν υπόψη ότι κάθε παιδί εξελίσσεται διαφορετικά και ενθαρρύνουν ποικιλία αθλητικών εμπειριών στην παιδική ηλικία, πριν από πιο στοχευμένη προπόνηση αργότερα.

Άρα η σωστή ερώτηση δεν είναι «πότε κόβουμε», αλλά «πώς διαφοροποιούμε, χωρίς όμως να κλειδώνουμε».

Μπορούμε να έχουμε παιδιά που προπονούνται περισσότερο. Μπορούμε να στήνουμε πιο απαιτητικά αγωνιστικά περιβάλλοντα. Μπορούμε να προσφέρουμε πρόσθετες προπονήσεις σε όσους έχουν το ενδιαφέρον και την ετοιμότητα. Μπορούμε να δημιουργούμε αναπτυξιακές ομάδες και περισσότερες επιλογές.

Αυτό που δεν μπορούμε είναι να τα βαφτίζουμε τελεσίδικα. Στις μικρές ηλικίες διαφοροποιούμε την προπόνηση, δεν οριστικοποιούμε την ταυτότητα του παιδιού.

Σε μικρές χώρες, το λάθος κοστίζει διπλά

Υπάρχει και μια παράμετρος που στα μεγάλα αθλητικά κράτη περνά σχεδόν απαρατήρητη, ενώ σε μικρές αθλητικές κοινότητες πονάει.

Όταν η δεξαμενή είναι μεγάλη, ένα λάθος στην επιλογή απορροφάται. Πάντα θα ξεπηδήσει κάποιος άλλος. Όταν όμως μιλάμε για γενιές λίγων εκατοντάδων παιδιών ανά ηλικία, κάθε πρόωρος αποκλεισμός μπορείς να στοιχίσει. Ένα σύστημα με μικρή βάση δεν έχει την πολυτέλεια να στενεύει την πυραμίδα στα δώδεκα. Έχει κάθε λόγο να την κρατά φαρδιά όσο περισσότερο αντέχει, γιατί μαθηματικά αυτό είναι το μόνο του πλεονέκτημα.

Το πραγματικό λάθος είναι η κλειστή πόρτα

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Οι δύο δρόμοι μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν. Δεν χρειάζεται όλοι να προπονούνται το ίδιο, ούτε να έχουν τις ίδιες φιλοδοξίες, και προφανώς δεν θα φτάσουν όλοι ψηλά.

Άλλο όμως αυτό, κι άλλο να πιστεύουμε ότι στα 11, στα 12 ή στα 13 ξέρουμε ποιοι θα φτάσουν.

Το σωστό σύστημα δεν είναι εκείνο που δεν κάνει επιλογές. Είναι εκείνο που δεν μετατρέπει μια προσωρινή επιλογή σε μόνιμη ετυμηγορία. Που κρατά την πόρτα ξεκλείδωτη προς τις δύο κατευθύνσεις: Και για να μπαίνεις, και για να ξαναμπαίνεις.

Κανένα παιδί δεν περισσεύει

Ο στόχος στις μικρές ηλικίες δεν μπορεί να είναι μόνο να βρούμε τους καλύτερους από νωρίς. Πρέπει να είναι και να κρατήσουμε όσο περισσότερα παιδιά γίνεται μέσα στο άθλημα, για αρκετό καιρό ώστε να προλάβουμε να δούμε ποιοι πραγματικά μπορούν και θέλουν να πάνε παρακάτω.

Γιατί το παιδί που σήμερα δεν είναι στην πρώτη πεντάδα μπορεί στα 17 να είναι το καλύτερο της γενιάς του. Το παιδί που δεν επιλέχθηκε στα 13 μπορεί να είναι αυτό που θα επιλεγεί στα 16. Και το «ταλέντο» των 12 μπορεί σε λίγα χρόνια να διαλέξει εντελώς άλλον δρόμο. Και να είναι μια χαρά έτσι, κανείς δεν θα το κατηγορήσει.

Η ανάπτυξη του αθλητή δεν είναι ευθεία γραμμή. Ο πρωταθλητισμός χρειάζεται επιλογή· η ανάπτυξη χρειάζεται υπομονή. Και το καλύτερο που έχει να κάνει ένα αθλητικό σύστημα στις αναπτυξιακές ηλικίες δεν είναι να προβλέψει το μέλλον με βεβαιότητα.

Είναι να φροντίσει ώστε, όταν αυτό το μέλλον αρχίσει επιτέλους να φαίνεται, να υπάρχουν ακόμη αρκετά παιδιά μέσα στο γήπεδο για να το διεκδικήσουν.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Για κάθε Μαρίνα και κάθε Λίσα…

Δύο έφηβες αθλήτριες, τρία μετάλλια σε τρεις εβδομάδες… και η υποχρέωση να αποδείξουν πού ανήκουν

Υπάρχει μια παλιά κουβέντα που τη λέγαμε κάποτε στα καφενεία και τώρα τη γράφουμε σε λεζάντες: «όποιος δεν έχει να πει κάτι, φωνάζει πιο δυνατά». Την τελευταία εβδομάδα, δύο κορίτσια, ένα 17χρονο στη Λεμεσό και ένα 16χρονο στη Θεσσαλονίκη, αναγκάστηκαν να φωνάξουν κι εκείνα. Όχι για να πουν κάτι για τον εαυτό τους. Αλλά για να απαντήσουν σε ανθρώπους που ενώ είδαν το χρώμα των μεταλλιών, αποφάσισαν να ασχοληθούν με κάτι εντελώς διαφορετικό…

Η Μαρίνα Χατζηκώστα κατέκτησε στα μέσα Ιουλίου το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κ18 στη Ριέτι της Ιταλίας, με βολή 56,17 μέτρα στη δισκοβολία. Το τέταρτο συνολικά χρυσό της Κύπρου σε Ευρωπαϊκά Κ18, και όλα (να σημειωθεί) στις ρίψεις. Τρεις εβδομάδες αργότερα, στο Παγκόσμιο Κ20 του Όρεγκον, πρόσθεσε και το χάλκινο. Η Λίσα Ιτόγια, γκαρντ του Παναθλητικού Συκεών, μπήκε στα Ιωάννινα και έβγαλε 19,3 πόντους μέσο όρο στο EuroBasket U16 Β’ Κατηγορίας. 20 στον ημιτελικό με τη Νορβηγία, 14 στον τελικό με την Ισλανδία, μαζί με τις κρίσιμες βολές στο 37′, εκεί που το ματς μύριζε καμένο. Η Εθνική Κορασίδων της Ελλάδας κέρδισε 75-72 και ανέβηκε στην Α’ Κατηγορία.

Αυτά είναι τα γεγονότα. Και τώρα τα «σχόλια».

Το Βαρώσι, η Πάχνα και η αριθμητική της υποκρισίας

Η Μαρίνα γεννήθηκε στη Λεμεσό τον Φεβρουάριο του 2009 και υιοθετήθηκε από τη Σιμόνη Παπαλεοντίου Χατζηκώστα και τον Σάββα Χατζηκώστα. Η βιολογική της μητέρα κατάγεται από την Πολωνία, ο βιολογικός της πατέρας από τη Νιγηρία. Η μητέρα που τη μεγάλωσε εκτοπίστηκε από το Βαρώσι και βρέθηκε στη Λεμεσό το 1974. Ο πατέρας που τη μεγάλωσε είναι Λεμεσιανός, με ρίζες στην Πάχνα και στην Ακαπνού.

Ας το αφήσουμε λίγο αυτό να κατακαθίσει. Μια οικογένεια που ξέρει τι σημαίνει να σου ζητούν αποδείξεις για το πού ανήκεις, επειδή σου πήραν το σπίτι, μεγάλωσε ένα παιδί στο οποίο σήμερα ζητούν αποδείξεις για το πού ανήκει, επειδή δεν τους κάνει το… χρώμα. Το είπε μόνη της, χωρίς δικηγόρους και χωρίς επικοινωνιολόγους: «Το πόσο Κύπρια είμαι, το δείχνουν τα αποτελέσματά μου και η ανθρωπιά μου.» Δεκαεπτά χρονών παιδί, και έχει καταλάβει καλύτερα από πολλούς ενήλικες τι σημαίνει ταυτότητα.

Η ίδια θύμισε ότι δεν είναι η πρώτη. Ανέφερε τον Μίλαν Τραϊκόβιτς, έναν αθλητή που έτρεξε, πόνεσε και σήκωσε την κυπριακή σημαία σε Ολυμπιακούς Αγώνες, και που παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε κάποια στιγμή να ακούσει κι αυτός την ίδια βλακεία. Στην Κύπρο έχουμε αναπτύξει μια περίεργη λογιστική: το μετάλλιο είναι πάντα «δικό μας», ο αθλητής γίνεται «ξένος» μόνο όταν χρειαστεί να τον μειώσουμε.

«Η μισή Ελλάδα μπορεί να με μισεί»

Η Ιτόγια απάντησε μέσα από ένα story στο Instagram, με μια ωριμότητα που θα ζήλευαν επαγγελματίες τριαντάρηδες. Είναι Ελληνονιγηριανή. Θα μπορούσε, όπως εξήγησε, να αγωνίζεται στη Νιγηρία. Διάλεξε, όπως γράφει, «τη χώρα που αποκαλώ σπίτι μου», τη χώρα όπου γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Το πιο θλιβερό στην ιστορία δεν είναι καν τα σχόλια. Είναι ο χρονισμός τους. Δεν ήρθαν όταν έχασε. Ήρθαν όταν κέρδιζε. Ο ρατσισμός στον αθλητισμό δεν είναι κριτική επίδοσης, είναι ενόχληση από την επιτυχία. Γιατί όσο η Ιτόγια ήταν μια άγνωστη γκαρντ στις Συκιές, δεν ενοχλούσε κανέναν. Άρχισε να ενοχλεί όταν έγινε η πρώτη σκόρερ της Εθνικής.

Υπάρχει και μια δεύτερη ειρωνεία, πικρότερη. Πολλοί από αυτούς που στοχοποιούν σήμερα μια 16χρονη φώναζαν πριν λίγα χρόνια «Greek Freak» με το χέρι στην καρδιά. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο δεν έγινε αποδεκτός επειδή άλλαξε κάτι στην καταγωγή του. Έγινε αποδεκτός επειδή έγινε MVP και πρωταθλητής του NBA. Μεταφράζοντας: η ένταξη προσφέρεται, αλλά όχι δωρεάν. Το εισιτήριο κοστίζει ένα δαχτυλίδι.

Δεν είναι «απλά σχόλια»

Υπάρχει η βολική άποψη ότι όλα αυτά είναι «τέσσερις γραφικοί στο πληκτρολόγιο». Δεν είναι. Ο ρατσισμός στα σόσιαλ έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τη γιούχα στην εξέδρα: στέλνει σε ένα παιδί το μήνυμα ότι όσο κι αν προπονηθεί, θα κρίνεται με άλλο μέτρο. Και ξέρετε τι κάνουν τα παιδιά που ακούν αυτό το μήνυμα αρκετές φορές; Τα παρατάνε. Δεν το ανακοινώνουν, δεν βγάζουν story. Απλώς σταματούν να πηγαίνουν προπόνηση, και εμείς μετά αναρωτιόμαστε γιατί μια χώρα με ταλέντα βγάζει τόσο λίγους πρωταθλητές.

Ο αθλητισμός, ας μη γελιόμαστε, είναι ίσως ο πιο ειλικρινής θεσμός που έχουμε. Το μέτρο δεν διαπραγματεύεται. Ο δίσκος προσγειώνεται στα 56,17 μέτρα ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο σχολιαστής στο Facebook. Το τρίποντο μπαίνει ή δεν μπαίνει. Γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο ενοχλητικός για όσους έχουν χτίσει τον κόσμο τους πάνω σε ιεραρχίες που δεν αντέχουν στο χρονόμετρο.

Τι μπορεί να γίνει… και τι δεν είναι αρκετό

Η Μαρίνα ζήτησε από την πολιτεία να ασχοληθεί σοβαρά. Έχει δίκιο, και το «σοβαρά» έχει σημασία, γιατί η συνήθης αντίδραση είναι μια ανακοίνωση με τρία επίθετα και ένα hashtag.

Σοβαρά σημαίνει: ομοσπονδίες με σαφή διαδικασία καταγγελίας και υποστήριξης του αθλητή. Όχι να μένει ένα 16χρονο παιδί να απαντά μόνο του, νύχτα, από το κινητό του. Σημαίνει σωματεία που εκπαιδεύουν προπονητές και γονείς, γιατί ο ρατσισμός στα μίνι πρωταθλήματα ξεκινά από την κερκίδα και όχι από το παρκέ. Σημαίνει διαχείριση των επίσημων σελίδων: όταν αφήνεις ένα σχόλιο να στέκεται κάτω από τη φωτογραφία μιας αθλήτριάς σου, το υπογράφεις. Και δεν θα χρειαστεί το θέμα να φτάσει στην δημοσιότητα ώς το viral της ημέρας.

Η καλή είδηση

Και όμως. Μέσα σε όλα, η εικόνα των ημερών δεν είναι τα σχόλια. Είναι μια δεκαεπτάχρονη που βούρκωσε στο βάθρο ακούγοντας τον ύμνο στην Ιταλία. Είναι μια δεκαεξάχρονη που ευστόχησε σε δύο βολές με το γήπεδο των Ιωαννίνων να τρέμει και την Ισλανδία στους εννιά πόντους. Είναι δύο κορίτσια που, αντί να απαντήσουν με μίσος, απάντησαν με μία πρόταση η καθεμιά και μετά γύρισαν στη δουλειά τους.

Ο ρατσιστής θέλει να ορίσει ποιος ανήκει κάπου. Ο αθλητής όμως είναι αυτός που το αποδεικνύει. Και σε αυτό το παιχνίδι, με όλο τον σεβασμό, ο πρώτος δεν έχει καμία ελπίδα. Γιατί σε πενήντα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται ένα σχόλιο. Όμως στα αρχεία της European Athletics και της FIBA τα ονόματα Χατζηκώστα και Ιτόγια, με τις σημαίες της Κύπρου και της Ελλάδας δίπλα τους, θα είναι γραμμένα με μελάνι που δεν σβήνει.

Τα κορίτσια απάντησαν. Σειρά μας τώρα…

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Η κριτική έχει όρια όταν απέναντι βρίσκονται παιδιά

Επέστρεψα από τις διακοπές που, όπου συνειδητά είχα αποφασίσει να «κλείσω» το κινητό μου για να αποφορτιστώ από την καθημερινότητα, και δυστυχώς είδα πράματα και θάματα… Ας τα πιάσουμε λίγο διαφορετικά τα πράγματα όμως.

Μετά από μια βαριά ήττα, ένας ενήλικας βλέπει απλά ένα σκορ. Δύο νούμερα, μια διαφορά, λέει ένα «πάλι τα ίδια» και μετά συνεχίζει τη μέρα του.

Ένα παιδί όμως, στα δεκαπέντε, δεκαέξι, δεκαεφτά του χρόνια βλέπει κάτι εντελώς διαφορετικό. Βλέπει τη φωτογραφία του. Βλέπει το όνομά του γραμμένο. Και από κάτω βλέπει δεκάδες ανθρώπους, συνήθως ενήλικες, με προφίλ και φωτογραφία, να γράφουν ότι «δεν κάνουν», ότι «είναι ντροπή», ότι «δεν έχουμε παίκτες», ότι «καλύτερα να μην πήγαιναν»…

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό θέμα. Όχι στο σκορ. Στο σχόλιο!

Δεν υπογράφουν συμβόλαια, υπογράφουν απουσία από τις… διακοπές τους

Ένα παιδί που φοράει τη φανέλα μιας Εθνικής Κ16 δεν είναι επαγγελματίας αθλητής. Δεν έχει επιλέξει ακόμα καριέρα, δεν έχει κάποιον μάνατζερ να του εξηγήσει τι θα διαβάσει στα social media την επομένη και βεβαίως, δεν αμείβεται για να αντέχει στα πικρόχολα σχόλια. Βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία αγωνιστικής, σωματικής, αλλά κυρίως προσωπικής ανάπτυξης. Την ίδια μέρα που έχασε με είκοσι, τριάντα, σαράντα πόντους, οι φίλοι του βρίσκονται σε παραλίες ή πισίνες και δροσίζονται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα πρέπει να κρύβεται. Δεν σημαίνει ότι μια κακή εμφάνιση θα βαφτιστεί καλή επειδή είμαστε ευγενικοί. Σημαίνει απλώς ότι η γλώσσα μας πρέπει να αλλάζει.

Άλλο πράγμα το «η Κύπρος έχασε το ριμπάουντ 42-24 και έκανε 25 λάθη σε 68 επιθέσεις».

Και εντελώς άλλο το «αυτά τα παιδιά δεν κάνουν για Εθνική».

Η πρώτη πρόταση είναι κριτική. Έχει νούμερα, έχει αιτία, έχει και συνέχεια: μπορείς να τη συζητήσεις, να διαφωνήσεις, να προτείνεις. Η δεύτερη δεν είναι κριτική. Είναι χαρακτηρισμός ανθρώπων. Και τυχαίνει οι άνθρωποι αυτοί να μην έχουν βγάλει ακόμη άδεια οδήγησης…

Τα σχόλια δεν τα διαβάζουν μόνο οι δώδεκα

Και εδώ έρχεται ένα σημείο που συνήθως μας ξεφεύγει.

Κάτω από τη φωτογραφία της Εθνικής Κ16 ή Κ18 δεν διαβάζουν μόνο οι δώδεκα που επιλέχθηκαν. Διαβάζουν και τα παιδία που έμειναν εκτός. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα παιδιά που ήταν στην προεπιλογή, αλλά και όλα αυτά που αγωνίζονται σε αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες και μπαίνουν να δουν τι έκαναν οι συμπαίκτες/αντίπαλοι τους.

Φανταστείτε όμως έναν δεκατετράχρονο που δούλεψε ολόκληρη τη χρονιά για να καταφέρει να φτάσει σε εκείνη την αποστολή. Που έχασε βόλτες, που πήγαινε προπόνηση παρά το γεγονός πως ψηνόταν στον πυρετό, που διάβασε την τελική επιλογή τρεις φορές για να δει μήπως έκανε λάθος. Και τελικά δεν επιλέχθηκε. Τώρα όμως διαβάζει ότι αυτοί που επιλέχθηκαν είναι «άχρηστοι», «δεν ξέρουν μπάσκετ», «αν αυτό είναι ό,τι καλύτερο έχουμε, πάμε κατά διαόλου»…

Τι μήνυμα παίρνει; Πολύ απλό: ότι ακόμη κι αν τα καταφέρει, ακόμη κι αν φτάσει στην Εθνική ομάδα, στο τέλος τον περιμένει η δημόσια απαξίωση!

Αυτό δεν χτίζει απαιτητικό αθλητικό περιβάλλον. Χτίζει τοξικό περιβάλλον. Και το τοξικό περιβάλλον δεν σκληραγωγεί τα παιδιά. Τα διώχνει!

Ρωτήστε οποιονδήποτε προπονητή υποδομών πόσα παιδιά έχει χάσει από ταλέντο και πόσα από ψυχολογική κούραση. Η απάντηση θα σας εκπλήξει δυσάρεστα.

Η δύσκολη κριτική είναι αυτή που ψάχνει αιτίες

Εδώ όμως χρειάζεται αυστηρότητα και προς την άλλη κατεύθυνση, γιατί το κείμενο αυτό δεν είναι πιστοποιητικό ασυλίας.

Δεν πάει να πει ότι «δεν έχει σημασία αν χάνουμε με σαράντα». Έχει σημασία. Και μάλιστα τεράστια.

Όταν οι Αναπτυξιακές Εθνικές παρουσιάζουν επαναλαμβανόμενα τις ίδιες αδυναμίες, τα ερωτήματα είναι απολύτως θεμιτά. Για το αναπτυξιακό μοντέλο. Για την εκπαίδευση των προπονητών και για το ποιος τελικά στέκεται απέναντι σε ένα δωδεκάχρονο τη Δευτέρα το απόγευμα. Για τον αριθμό και την ποιότητα των αγώνων στις μικρές ηλικίες. Για τη φυσική κατάσταση, που δεν αποκτάται σε δεκαπέντε μέρες προετοιμασίας. Για την τεχνική κατάρτιση, που δεν διορθώνεται στα δεκαέξι. Για τον τρόπο επιλογής. Για τις υποδομές, τα γήπεδα, τους φωτισμούς, τις ώρες προπόνησης.

Η Ισλανδία, όπως έχουμε αναφέρει δεκάδες φορές και υπάρχει και η σχετική μελέτη μου, δεν έφτασε εκεί που είναι σήμερα επειδή έβριζε τα παιδιά της στα σχόλια. Έφτασε εκεί επειδή αποφάσισε να πληρώσει πτυχιούχους προπονητές για να δουλεύουν με οκτάχρονα και να χτίσει εγκαταστάσεις που λειτουργούν δώδεκα μήνες τον χρόνο. Βαρετό, ακριβό, μακροχρόνιο. Αλλά, όπως αποδείχθηκε, το μόνο που πιάνει!

Το εύκολο είναι να γράψεις «ντροπή» κάτω από τη φωτογραφία δεκαπέντε παιδιών. Δεν σου κοστίζει τίποτα. Σου παίρνει τέσσερα δευτερόλεπτα και μαζεύει και καμιά δεκαριά αντιδράσεις. Το δύσκολο είναι να ψάξεις γιατί μια χώρα παράγει συγκεκριμένο επίπεδο παικτών. Αυτό μπορεί να μην μαζεύει likes. Μαζεύει όμως λύσεις!

Η φανέλα δεν δίνει σε κανέναν άδεια… εξευτελισμού!

Ας το πούμε καθαρά, γιατί κάπου εκεί έχει μπερδευτεί η υπόθεση:

Το ότι ένα παιδί φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής δεν σημαίνει ότι έχασε το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται ως παιδί.

Δεν υπέγραψε συναίνεση για δημόσια εξευτελισμό. Δεν παρέδωσε την εφηβεία του στην ομοσπονδία μαζί με το μέγεθος της φανέλας που φοράει.

Και κάτι ακόμη, που παλιότερα δεν ίσχυε: τα παιδιά σήμερα τα βλέπουν όλα. Κάποτε η κριτική έμενε στο καφενείο, στην εξέδρα ή στο σαλόνι, και μέχρι να φτάσει στον αθλητή είχε ξεθυμάνει σαν την ζιβανία που ξέχασες ανοιχτή. Σήμερα δεν υπάρχει καμία απόσταση. Το σχόλιο στο Facebook, στο Instagram ή κάτω από μια ανάρτηση της Ομοσπονδίας φτάνει στο κινητό τους μέσα σε δευτερόλεπτα. Και μένει εκεί, αρχειοθετημένο, σε screenshot για να το ξαναδιαβάζουν στις τρεις τα ξημερώματα. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει, λέει η παροιμία. Στα social media, όμως, η «γλώσσα» έχει και μνήμη!

Ένα τεστ πριν πατήσουμε «δημοσίευση»

Υπάρχει ένας κανόνας πολύ απλός, που δεν χρειάζεται επιτροπή δεοντολογίας ούτε εγκύκλιο:

Θα έλεγες αυτό ακριβώς το σχόλιο, με αυτές ακριβώς τις λέξεις, μπροστά σε ένα δεκαπεντάχρονο και στους συμπαίκτες του;

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε μάλλον δεν πρέπει να το γράψεις ούτε κάτω από τη φωτογραφία του. Δεν είναι λογοκρισία αυτό. Είναι η ίδια ακριβώς συμπεριφορά που θα είχαμε αν το παιδί στεκόταν μπροστά μας. Και το γεγονός ότι χρειάζεται να το υπενθυμίσουμε λέει περισσότερα για εμάς παρά για εκείνο…

Πού πρέπει να πηγαίνει η κριτική

Η απαίτηση για καλύτερο κυπριακό μπάσκετ είναι απολύτως θεμιτή. Ο κόσμος έχει κάθε δικαίωμα να προβληματίζεται, ακόμη και έντονα, όταν βλέπει μεγάλες διαφορές και επαναλαμβανόμενες αποτυχίες. Η κριτική προς τις δομές είναι απαραίτητη. Και η ανάλυση μιας βαριάς ήττας, με νούμερα και επιχειρήματα, είναι κομμάτι του αθλητισμού, όχι προσβολή του.

Υπάρχει όμως μια γραμμή. Όταν η κριτική σταματά να αφορά το παιχνίδι και αρχίζει να μειώνει παιδιά, δεν βοηθάμε το κυπριακό μπάσκετ να γίνει καλύτερο. Διώχνουμε από αυτό τα παιδιά που υποτίθεται ότι θέλουμε να αναπτύξουμε.

Οπότε ας μεταφέρουμε την ερώτηση εκεί όπου πραγματικά ανήκει. Αν το επίπεδο δεν μας ικανοποιεί (και δικαιολογημένα δεν μας ικανοποιεί) τι κάνουμε ως σύστημα για να αλλάξει; Πόσους προπονητές εκπαιδεύουμε, πόσα παιχνίδια δίνουμε στα δεκάχρονα, πόσες ώρες γηπέδου εξασφαλίζουμε, πόσο σοβαρά παίρνουμε τη δουλειά που δεν φαίνεται;

Και το πιο απλό απ’ όλα: γιατί θεωρούμε ότι η προσβολή ενός δεκαπεντάχρονου αποτελεί μέρος της λύσης;

Το κυπριακό μπάσκετ έχει ανάγκη από αυστηρότητα. Απλώς πρέπει να τη στρέψει στο σωστό σημείο. Γιατί τα παιδιά που κατηγορούμε σήμερα είναι ακριβώς αυτά που θα φορέσουν τη φανέλα των ανδρών σε πέντε χρόνια. Αν, βέβαια, τους αφήσουμε να φτάσουν μέχρι εκεί…

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Το γήπεδο δεν σπάει μόνο του

Ένα γήπεδο στην ιδιαίτερη μου πατρίδα βρέθηκε κατεστραμμένο. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ο χώρος ενός Δημοτικού Σχολείου στην σημερινή μου περιοχή είχε πάθει τα ίδια. Και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, οι δράστες ήταν παιδιά.

Από εκεί και πέρα ακολουθεί το γνωστό τελετουργικό. Οι φωτογραφίες, η αγανάκτηση στα σχόλια, η ανακοίνωση, το κονδύλι, το συνεργείο, τα καινούρια δίχτυα. Και σε λίγους μήνες, πάλι από την αρχή. Το έχουμε παίξει τόσες φορές αυτό το έργο, που θα μπορούσαμε να το ανεβάσουμε και στο θέατρο. Με ελεύθερη είσοδο, εννοείται. Τα εισιτήρια τα πληρώνουμε ούτως ή άλλως όλοι μας, από αλλού.

Ο θυμός είναι το εύκολο κομμάτι

Η πρώτη αντίδραση μπροστά σε τέτοιες εικόνες είναι πάντα η ίδια. Πώς είναι δυνατόν ένα παιδί να διαλύει τον χώρο που φτιάχτηκε για το ίδιο; Πώς σπάει το καλάθι κάτω από το οποίο έπαιζε το προηγούμενο απόγευμα;

Ο θυμός είναι κατανοητός. Είναι όμως και φθηνός. Δεν κοστίζει τίποτα, δεν επισκευάζει τίποτα και, το κυριότερο, δεν αλλάζει τίποτα. Είναι το συναισθηματικό ισοδύναμο του να βάφεις τον τοίχο χωρίς να ψάχνεις από πού μπαίνει η υγρασία.

Ίσως λοιπόν το σωστό ερώτημα να μην είναι τι συμβαίνει στα παιδιά μας. Αλλά τι βλέπουν τα παιδιά μας να συμβαίνει γύρω τους.

Κανείς δεν γεννιέται πολίτης

Κανένα παιδί δεν έρχεται στον κόσμο γνωρίζοντας τι σημαίνει δημόσια περιουσία, συλλογική ευθύνη ή κοινόχρηστος χώρος. Αυτές οι έννοιες δεν κληρονομούνται μαζί με το επίθετο. Καλλιεργούνται, όπως ακριβώς καλλιεργείται μια τεχνική δεξιότητα: με επανάληψη, με όρια, με παράδειγμα και με συνέπειες.

Ένα παιδί μαθαίνει να σέβεται το γήπεδο όταν καταλάβει ότι το γήπεδο δεν είναι κάτι ξένο και απρόσωπο. Είναι ο χώρος όπου παίζει το ίδιο, οι φίλοι του, τα μικρότερα της γειτονιάς. Είναι κάτι που έγινε με κόπο, με χρήματα και με δουλειά ανθρώπων. Όταν το καταστρέφει, η ζημιά δεν γίνεται σε έναν αόριστο «δήμο» ή σε κάποια μακρινή αρχή. Γίνεται στην ίδια του την αλάνα.

Αυτό όμως πρέπει κάποιος να του το πει. Και μετά να του το ξαναπεί.

Το σπίτι, εκεί που στήνεται το θεμέλιο

Η πρώτη και μεγαλύτερη ευθύνη ανήκει στους γονείς. Όχι επειδή μπορούν να ελέγχουν κάθε ώρα της ημέρας (δεν μπορούν και δεν πρέπει), αλλά επειδή μέσα στο σπίτι σχηματίζεται η πρώτη αντίληψη για το τι επιτρέπεται και τι όχι.

Η ευσυνειδησία αρχίζει από τα μικρά και τα βαρετά. Από το να μαζέψει το παιδί αυτό που έριξε. Από το να προσέξει ένα αντικείμενο που δεν του ανήκει. Από το να αναλάβει ένα λάθος χωρίς να στηθεί αμέσως ολόκληρο δικηγορικό γραφείο υπεράσπισης γύρω του.

Γιατί το παιδί που προστατεύεται από κάθε συνέπεια δεν μαθαίνει υπευθυνότητα. Μαθαίνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: ότι πάντα θα υπάρχει κάποιος άλλος να πληρώσει, να απολογηθεί και να βρει τη δικαιολογία. Η αγάπη δεν είναι να απαλλάσσεις το παιδί από την ευθύνη. Είναι να το βοηθάς να τη σηκώσει σε μέγεθος που αντέχει.

Και αν προκαλέσει ζημιά, μια τιμωρία άσχετη με την πράξη δεν διδάσκει τίποτα. Πολύ μεγαλύτερη αξία έχει να βρεθεί το παιδί στον χώρο που κατέστρεψε, με σφουγγάρι ή πινέλο στο χέρι, να δει πόσες ώρες και πόσα ευρώ χρειάζονται για να ξαναγίνει αυτό που ήταν. Η συνέπεια δεν υπάρχει για να ταπεινώνει. Υπάρχει για να εξηγεί.

Το σχολείο: η αγωγή του πολίτη δεν είναι κεφάλαιο, είναι συνήθεια

Η αγωγή του πολίτη δεν χωράει σε δέκα σελίδες ενός βιβλίου και σε ένα διαγώνισμα τον Φεβρουάριο. Πρέπει να βιώνεται. Παιδιά που αναλαμβάνουν τη φροντίδα συγκεκριμένων χώρων, που συμμετέχουν σε δράσεις καθαρισμού, που μαθαίνουν πώς χρηματοδοτούνται και πώς συντηρούνται οι δημόσιες υποδομές, αποκτούν κάτι που δεν διδάσκεται αλλιώς: σχέση με τον τόπο τους.

Και είναι πολύ πιο δύσκολο να σπάσεις κάτι που έχεις βοηθήσει να σταθεί όρθιο.

Τα αποδυτήρια είναι κι αυτά προπόνηση

Οι προπονητές έχουν ρόλο διαφορετικό αλλά εξίσου καθοριστικό. Ο αθλητισμός δεν είναι μόνο τεχνική, τακτική και αποτέλεσμα. Είναι καθημερινό εργαστήριο συμπεριφοράς.

Το πώς αφήνει ένα παιδί τα αποδυτήρια, το αν μαζεύει τις μπάλες, το αν πετάει το μπουκάλι στον κάδο ή στην κερκίδα, είναι μέρος της προπόνησης. Δεν βγάζει νόημα να διδάσκουμε πειθαρχία μέσα στις γραμμές και να σφυρίζουμε αδιάφορα για ό,τι γίνεται δύο μέτρα έξω από αυτές.

Το γήπεδο δεν ανήκει στην ομάδα. Της παραχωρείται προσωρινά. Και πρέπει να παραδοθεί στους επόμενους στην ίδια ή σε καλύτερη κατάσταση. Αυτή είναι μια φράση που θα άξιζε να ακούγεται σε κάθε ακαδημία, όσο συχνά ακούγεται και το «κλείσε το ριμπάουντ».

Τα παιδιά δεν ακούν. Παρατηρούν

Εδώ είναι το πιο άβολο σημείο του κειμένου.

Ο Άλμπερτ Μπαντούρα το είχε δείξει πειραματικά ήδη από τη δεκαετία του ’60: τα παιδιά δεν μαθαίνουν κυρίως από όσα τους λέμε, αλλά από όσα μας βλέπουν να κάνουμε. Όταν λοιπόν βλέπουν ενήλικες να πετούν σκουπίδια από το παράθυρο του αυτοκινήτου, να παρκάρουν πάνω σε ράμπες, να χαλούν ό,τι είναι δημόσιο επειδή «δεν είναι κανενός», ποιο ακριβώς μάθημα παίρνουν;

Δεν μπορούμε να ζητούμε από τα παιδιά να σέβονται μια κοινωνία που οι ίδιοι οι ενήλικες αντιμετωπίζουν σαν ξενοδοχείο.

Και υπάρχει και η άλλη πλευρά, αυτή που περιέγραψαν οι Ουίλσον και Κέλινγκ με τη θεωρία των σπασμένων τζαμιών: ο χώρος που μένει σπασμένος, βρώμικος και παρατημένος στέλνει μόνος του το μήνυμα ότι κανείς δεν νοιάζεται. Και όπου δεν νοιάζεται κανείς, όλα επιτρέπονται. Η εγκατάλειψη είναι κι αυτή μια μορφή βανδαλισμού. Απλώς γίνεται πιο αργά και δεν βγάζει τίτλους.

Κάμερες, περιφράξεις και άλλα ημίμετρα

Θα ακουστεί (και ακούγεται ήδη) ότι χρειαζόμαστε κάμερες, ψηλότερες περιφράξεις και βαρύτερες ποινές. Μπορεί να βοηθήσουν. Μπορεί να περιορίσουν προσωρινά κάποιες πράξεις.

Ευσυνείδητους ανθρώπους όμως δεν φτιάχνουν. Η κάμερα δεν διδάσκει σεβασμό. Καταγράφει την απουσία του.

Και μια κουβέντα με τα ίδια τα παιδιά

Ο βανδαλισμός σπανίως είναι πράξη χωρίς αιτία. Από κάτω μπορεί να κρύβεται ανάγκη για προσοχή, θυμός, πίεση, η επιθυμία να ανήκεις σε μια παρέα ή να δείξεις δύναμη σε ηλικία που η δύναμη είναι το μόνο νόμισμα με αξία.

Το να καταλάβεις γιατί έγινε κάτι δεν σημαίνει ότι το δικαιολογείς. Σημαίνει ότι, εκτός από τη ζημιά, προσπαθείς να αποτρέψεις και την επόμενη.

Το να χαρακτηρίσεις ένα παιδί «κακό» ή «αδιόρθωτο» είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο και το πιο άχρηστο. Το δύσκολο είναι να του δείξεις τι ακριβώς έκανε, ποιον έβλαψε και πώς επανορθώνει.

Το χωριό ολόκληρο

Δεν υπάρχει μία ενέργεια που λύνει το πρόβλημα. Χρειάζεται κοινή γραμμή από την οικογένεια, το σχολείο, τα σωματεία, τις τοπικές αρχές και τη γειτονιά. Τα παιδιά πρέπει να ακούν παντού το ίδιο μήνυμα, με τα ίδια λόγια: ο κοινός χώρος είναι και δικός σου. Έχεις δικαίωμα να τον χρησιμοποιείς και υποχρέωση να τον προστατεύεις.

Οι Αφρικανοί το λένε πιο απλά: χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Εμείς, που μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες ζούσαμε ακριβώς έτσι, με τη γειτόνισσα να έχει δικαίωμα να σου κάνει παρατήρηση και τη μάνα σου να τη δικαιώνει, το ξεχάσαμε κάπου στη διαδρομή.

Επίλογος, με το πινέλο στο χέρι

Το κατεστραμμένο γήπεδο θα επισκευαστεί. Το ίδιο και ο χώρος του σχολείου. Αν όμως αποκαταστήσουμε τους τοίχους χωρίς να αγγίξουμε την κουλτούρα που επέτρεψε το σπάσιμό τους, τότε απλώς προγραμματίζουμε την επόμενη επισκευή.

Και όμως, υπάρχει και η καλή είδηση, γιατί υπάρχει πάντα.

Τα ίδια παιδιά που έσπασαν το γήπεδο είναι τα παιδιά που, αν τους δοθεί ρόλος, θα το φυλάξουν με τα δόντια. Το έχουμε δει σε κοινότητες που έβαλαν τους μαθητές να βάψουν οι ίδιοι τα καλάθια, σε ακαδημίες που ανέθεσαν στους μικρούς τη φροντίδα του χώρου, σε γειτονιές που αντί να βάλουν κλειδαριά έβαλαν πρόγραμμα. Εκεί, οι ζημιές δεν εξαφανίστηκαν με μαγικό τρόπο. Λιγόστεψαν, όμως, επειδή άλλαξε αυτός που κοιτάζει τον χώρο: από περαστικός, έγινε ιδιοκτήτης.

Δώστε στα παιδιά ένα γήπεδο και θα παίξουν. Δώστε τους την ευθύνη του γηπέδου και θα μεγαλώσουν.

Και τότε το πινέλο δεν θα το κρατάμε για να σβήνουμε. Θα το κρατάνε εκείνα, για να φτιάχνουν.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Το πιο βαρύ ασήμι

Η Εθνική Νεανίδων έφτασε αήττητη και σχεδόν αλάνθαστη μέχρι τον τελικό της Πέγιας, εκεί όπου το καλάθι στένεψε σαν δαχτυλίδι. Πέντε πόντοι σε ένα ημίχρονο, μια Μάλτα που απλώς έβαλε περισσότερους, και ένα ασημένιο μετάλλιο που πονάει, αλλά υπόσχεται.

Πέγια. Όχι η δική μας, της Πάφου, με τα ηλιοβασιλέματα και τις θαλασσινές σπηλιές. Η άλλη, του Κοσόβου, εκεί όπου από τις 21 μέχρι τις 26 Ιουλίου χτυπούσε η καρδιά του Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Γ’ Κατηγορίας Κ18 Γυναικών. Και εκεί όπου η Εθνική μας Νεανίδων έγραψε μια ιστορία που είχε όλα τα συστατικά του καλού μυθιστορήματος: ατυχία στον πρόλογο, θρίαμβο στα κεφάλαια της μέσης και ένα φινάλε που θα το συζητάμε καιρό. Δυστυχώς, όχι για τους λόγους που θα θέλαμε.

Με το «καλημέρα», η γκίνια

Πριν καλά καλά στρώσουν τα κορίτσια τις φανέλες στα ντουλαπάκια των αποδυτηρίων, η μοίρα φρόντισε να μας θυμίσει ότι δεν υπογράφει συμβόλαια με κανέναν. Ο τραυματισμός της Εβελίνας με το που άρχισε η διοργάνωση ήταν το πρώτο, απρόσμενο χαστούκι… Από εκείνα που δεν τα βλέπεις να έρχονται και σε αφήνουν να ψάχνεις λύσεις στο ροτέισον πριν ακόμα ιδρώσει η φανέλα. Μια ομάδα που ετοιμαζόταν μήνες γι’ αυτό το ραντεβού, έχασε με τη μία ένα βασικό της γρανάζι.

Και όμως. Αντί να λυγίσουν, τα υπόλοιπα κορίτσια έκαναν αυτό που κάνουν οι ομάδες με χαρακτήρα: μοίρασαν το βάρος στις πλάτες όλων και προχώρησαν. Όπως λέει και ο σοφός λαός, «όταν κλείνει μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο». Έτσι και η Εθνική μας πέρασε από το παράθυρο με φόρα.

Η πορεία του αήττητου

Στον όμιλο, η Κύπρος έκανε αυτό ακριβώς που απαιτούσε το σενάριο, και μάλιστα με καθαρογραμμένο γραφικό χαρακτήρα. Πρώτα η Αλβανία, 75-63, σε ένα παιχνίδι όπου η ομάδα έδειξε ότι ξέρει να διαχειρίζεται πίεση και ρυθμό. Μετά η Μάλτα (κρατήστε το όνομα, θα μας χρειαστεί παρακάτω) 65-53, με την άμυνά μας να λειτουργεί σαν ελβετικό ρολόι και την επίθεση να βρίσκει λύσεις από παντού. Πρωτιά στον όμιλο, αέρας αυτοπεποίθησης, και ένα σύνολο που έδειχνε να ανεβαίνει σκαλί σκαλί.

Στον ημιτελικό, η Εθνική καθάρισε τη δουλειά απέναντι στην Γεωργία με 67-52, κλείνοντας θέση στον τελικό δίχως να έχει γνωρίσει την ήττα. Τέσσερα παιχνίδια, τέσσερις εμφανίσεις σοβαρότητας, με άμυνα που κρατούσε τους αντιπάλους σε χαμηλά νούμερα και μια συλλογική λειτουργία που δεν συνηθίζεται σε τόσο νεαρές ηλικίες. Μέχρι εκείνο το σημείο, αν έγραφες την πορεία σε τετράδιο, ο δάσκαλος θα έβαζε «άριστα» με κόκκινο στυλό.

Και μετά, χάλασε το τσιπάκι

Ο τελικός της Κυριακής, όμως, ήταν άλλη ιστορία. Πέντε πόντοι στο πρώτο ημίχρονο. Το ξαναγράφω για να μην νομίζετε ότι έφταιξε το πληκτρολόγιο: πέντε. Το καλάθι, που μια βδομάδα τώρα έμοιαζε με πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων, ξαφνικά στένεψε σαν δαχτυλίδι αρραβώνων. Τα σουτ που έμπαιναν με κλειστά μάτια στον όμιλο, τώρα χτυπούσαν σίδερο, στεφάνι, ταμπλό… οτιδήποτε εκτός από δίχτυ. Η ασφυξία στις θερμικές πηγές της επίθεσής μας ήταν ολοκληρωτική.

Και εδώ οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι: όχι, η Μάλτα δεν έπαιξε καμία μπασκετική συμφωνία του Μότσαρτ. Ούτε εκείνη βρήκε ρυθμό, ούτε εκείνη έκανε το ματς της ζωής της. Απλώς έβαλε περισσότερους. Και όταν πήρε τη διαφορά, τη διαχειρίστηκε με την ψυχραιμία ομάδας που ήξερε ότι απέναντί της είχε έναν αντίπαλο παγωμένο επιθετικά. Η ίδια Μάλτα που τρεις μέρες νωρίτερα είχε φύγει ηττημένη με δώδεκα από το μεταξύ τους παιχνίδι, σήκωσε την κούπα. Το μπάσκετ, ως γνωστόν, δεν διαβάζει προϊστορία, αλλά σκορ.

Έτσι είναι όμως οι τελικοί: δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερος του τουρνουά, κερδίζει ο καλύτερος της ημέρας. Και εκείνη την Κυριακή στην Πέγια, καλύτερος της ημέρας δεν ήταν κανείς. Απλώς η Μάλτα ήταν λιγότερο κακή.

Η επόμενη μέρα δεν περιμένει

Τώρα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι «γιατί χάσαμε τον τελικό». Το κρίσιμο ερώτημα είναι «τι κάνουμε από Δευτέρα». Γιατί αυτά τα κορίτσια δεν είναι μια σελίδα που κλείνει με το τέλος της διοργάνωσης. Είναι ένα κεφάλαιο που μόλις άρχισε να γράφεται.

Όσες δικαιούνται ηλικιακά, πρέπει να είναι ξανά εκεί του χρόνου με την Κ18, πιο ώριμες, πιο σκληρές, πιο έτοιμες και με τη γνώση του τι σημαίνει τελικός. Για τις υπόλοιπες, εκείνες που κλείνουν τον κύκλο τους στις Νεανίδες, το ζητούμενο είναι να μη χαθούν στη μαύρη τρύπα που συχνά καταπίνει τα ταλέντα μας μετά τα 18. Μήπως, λέω μήπως, είναι η ώρα να συζητηθεί σοβαρά και μια Εθνική Κ20 Γυναικών, ώστε η γέφυρα προς τη μεγάλη Εθνική να μην είναι σχοινί πάνω από γκρεμό αλλά κανονικό, στρωμένο μονοπάτι; Η πρόταση κατατίθεται ευγενικά προς τους αρμοδίους.

Το ασήμι που λάμπει

Γιατί, ας μην ξεχνιόμαστε: αυτή η ομάδα, με τραυματισμό βασικού στελέχους από την πρώτη στιγμή, έφτασε αήττητη σε ευρωπαϊκό τελικό. Πέρσι στην Ανδόρα, η Εθνική Νεανίδων είχε τερματίσει πέμπτη. Φέτος πάλεψε για το χρυσό. Αν αυτό δεν λέγεται πρόοδος, τότε να μου πείτε εσείς πώς λέγεται. Και κάτι ακόμα για τους φίλους των συμπτώσεων: στην ίδια αυτή Πέγια, πριν από έναν χρόνο, οι Κορασίδες μας σήκωσαν το τρόπαιο της Κ16. Η πόλη, αποδεικνύεται, μας πάει. Απλώς φέτος μας χρωστούσε το ρέστο.

Το ταλέντο υπάρχει και φάνηκε. Θέλει δουλειά; Θέλει, και πολλή. Οι πέντε πόντοι ενός ημιχρόνου τελικού δεν κρύβονται κάτω από το χαλί. Αλλά οι υποσχέσεις που άφησαν πίσω τους αυτά τα κορίτσια στην Πέγια είναι από εκείνες που αξίζει να τις πιστέψεις. Το ασήμι σήμερα πονάει. Αύριο, αν το σύστημα κάνει τη δουλειά του, θα είναι απλώς το πρώτο σκαλί.

Και τα σκαλιά, όπως ξέρουμε καλά στο κυπριακό μπάσκετ, ανεβαίνονται ένα ένα.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Αλλάξτε και καμία λάμπα…

Στο νησί μας, όπου ο ήλιος δουλεύει υπερωρίες, τα γήπεδά μας παίζουν στα… τυφλά. Και το χειρότερο: η δικαιολογία του κόστους έχει πια καεί… Όπως και οι λάμπες.

Την ιδέα αυτού του κειμένου την πήρα από ένα σχόλιο του συνάδελφου Βόρη Καραγιάννη, έχοντας και προσωπική εμπειρία. Υπάρχει αρκετή δόση χιούμορ, αλλά περισσότερη αλήθειας…

Είναι εφτά και μισή το απόγευμα, κάπου στην Κύπρο. Δεν έχει σημασία πού, γιατί αυτήν την εικόνα μπορεί να την βρεις παντού, από την Πάφο μέχρι το Παραλίμνι. Δέκα παιδιά τρέχουν σε ένα γήπεδο, το ένα καλάθι λούζεται στο φως, το άλλο βρίσκεται σε καθεστώς μερικής… συσκότισης. Η μπάλα φεύγει από τα χέρια του παιδιού, χάνεται για ένα δευτερόλεπτο στο σκοτάδι και ξαναεμφανίζεται στο σανίδι σαν να γύρισε από ταξίδι.

Ο Διογένης έψαχνε με το φανάρι να βρει άνθρωπο. Εμείς ψάχνουμε με τη φώτιση του κινητού να βρούμε το καλάθι.

Το πιο φτηνό πρόβλημα που δεν λύνεται ποτέ

Για τις υποδομές στην Κύπρο τα έχουμε πει χιλιάδες φορές. Έχουμε γράψει για κλειστά που κλείνουν τις πόρτες τους στον κόσμο, για ταρτάν που ξεφλουδίζουν, για αποδυτήρια που θυμίζουν σκηνικό ταινίας τρόμου, για παρκέ που έχουν κύματα εκεί που δεν υπάρχει θάλασσα. Και κάθε φορά η απάντηση έρχεται τυποποιημένη, σαν αυτόματος τηλεφωνητής: δεν υπάρχουν κονδύλια.

Εντάξει. Ας δεχτούμε προς στιγμήν ότι δεν χτίζουμε καινούργιο κλειστό. Ας δεχτούμε ότι το παρκέ θα περιμένει. Ας δεχτούμε ακόμη και ότι τα αποδυτήρια θα συνεχίσουν να λειτουργούν με το σύστημα «φέρε πετσέτα από το σπίτι».

Μια λάμπα, όμως;

Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μελέτη σκοπιμότητας, δεν μιλάμε για ευρωπαϊκό πρόγραμμα, δεν μιλάμε για διαγωνισμό με ενστάσεις που θα φτάσουν στην αρμόδια Αρχή. Μιλάμε για ένα καλάθι με προβολείς, ένα καλάθι με βίδες και έναν άνθρωπο με σκάλα. Υπάρχουν γήπεδα σε αυτό το νησί που έχουν καμένους προβολείς εδώ και χρόνια. Χρόνια. Όχι εβδομάδες. Παιδιά μπήκαν στην ακαδημία με τη μισή φωτιστική εγκατάσταση εκτός λειτουργίας και βγήκαν από την ακαδημία με την ίδια ακριβώς εγκατάσταση εκτός λειτουργίας. Πέρασε ολόκληρη αγωνιστική ηλικία στο… ημίφως.

Τα νούμερα δεν σηκώνουν παζάρι

Και για να μη θεωρηθεί ότι γκρινιάζουμε στο… περίπου, ας βάλουμε και λίγη τεχνική βάση, γιατί ο φωτισμός δεν είναι θέμα γούστου. Είναι προδιαγραφή.

Το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 12193 και οι κατευθύνσεις της FIBA είναι ξεκάθαρα. “Για προπόνηση και ψυχαγωγική χρήση απαιτούνται κατ’ ελάχιστον περίπου 200 lux με ομοιομορφία 0,5, για περιφερειακές διοργανώσεις ο πήχης ανεβαίνει στα 500 lux με ομοιομορφία 0,7”, ενώ για τα μεγάλα τηλεοπτικά παιχνίδια οι απαιτήσεις εκτοξεύονται στα 1.500 με 2.000 lux σε όλη την επιφάνεια του παρκέ. Δεν είναι μόνο η ένταση. Η αναλογία ελάχιστης προς μέγιστη φωτεινότητα έχει σημασία, γιατί οι σκοτεινές ζώνες καταστρέφουν την ορατότητα και οδηγούν σε λάθη που δεν οφείλονται στην ικανότητα του παίκτη.

Μεταφράζω για όσους δεν αγαπούν τους αριθμούς: όταν το ένα μισό του γηπέδου έχει φως και το άλλο μισό έχει… ατμόσφαιρα, δεν παίζεις μπάσκετ. Παίζεις κρυφτό.

Η καραμέλα του κόστους έλιωσε

Εδώ είναι και το πιο πικρό σημείο της ιστορίας. Η δικαιολογία του λογαριασμού ρεύματος ήταν πειστική κάποτε. Το 2011, το 2013, στα χρόνια που όλα ήταν πάγωμα και περικοπή, μπορούσε κάποιος να πει «ξέρεις πόσο καίει αυτή η εγκατάσταση;» και να τον πιστέψεις.

Το 2026 δεν πείθει κανέναν. Και ξέρετε γιατί;

Πρώτον, γιατί υπάρχει το LED. Ένας σύγχρονος προβολέας LED δίνει το ίδιο ή περισσότερο φως καταναλώνοντας ένα κλάσμα της ενέργειας ενός παλιού μεταλλικών αλογονιδίων, με πολλαπλάσια διάρκεια ζωής και χωρίς τον εκνευριστικό χρόνο προθέρμανσης που έκανε τον υπεύθυνο του γηπέδου να ανάβει τα φώτα δεκαπέντε λεπτά πριν έρθουν τα παιδιά. Δηλαδή: η αντικατάσταση δεν είναι έξοδος. Είναι απόσβεση. Πληρώνεις μία φορά και σταματάς να πληρώνεις κάθε μήνα. Το ξέρει και ο τελευταίος νοικοκύρης που άλλαξε τις λάμπες στο σαλόνι του.

Δεύτερον, και εδώ είναι που η συζήτηση τελειώνει: τα περισσότερα από αυτά τα γήπεδα, δημοτικά και κοινοτικά, έχουν πλέον φωτοβολταϊκά στη στέγη ή δίπλα τους. Στο νησί με τον περισσότερο ήλιο της Ευρώπης, στήσαμε πάνελ παντού και μετά αφήσαμε τα καλάθια στο σκοτάδι. Είναι σαν να έχεις γεώτρηση στην αυλή και να μη ποτίζεις τον κήπο επειδή «είναι ακριβό το νερό».

Η καραμέλα των εξόδων, με άλλα λόγια, δεν λιώνει πια. Την έφαγε ο ήλιος.

Δεν είναι αισθητικό. Είναι ζήτημα ασφάλειας

Ας μιλήσουμε και σοβαρά για λίγο, γιατί η ιστορία έχει και μια όψη που δεν αστειεύεται.

Κακός φωτισμός σημαίνει καθυστερημένη αντίδραση. Καθυστερημένη αντίδραση σημαίνει στραμπουληγμένος αστράγαλος σε ένα δεύτερο σουτ, δάχτυλο που τρώει την μπάλα γιατί δεν την είδε να έρχεται, σύγκρουση σε αιφνιδιασμό. Σημαίνει διαιτητής που δεν βλέπει καθαρά ένα φάουλ στη γωνία και ακούει τη μισή εξέδρα άδικα. Σημαίνει προπονητής που δεν μπορεί να διορθώσει μηχανική σουτ επειδή απλώς δεν διακρίνει τον καρπό του παιδιού.

Και σημαίνει, τέλος, κάτι που στην εποχή μας μετράει όσο τίποτε άλλο: δεν βγαίνει βίντεο. Ένα παιδί που θέλει να στείλει highlights σε κολέγιο ή σε ομάδα του εξωτερικού, ένα σωματείο που θέλει να κάνει livestream τον αγώνα υποδομής για να τον δουν οι γονείς, μια ομοσπονδία που θέλει να χτίσει προϊόν… Όλα αυτά προϋποθέτουν μια κάμερα που να έχει κάτι να καταγράψει. Στα 150 lux, η κάμερα του κινητού δεν βλέπει μπασκετμπολίστα. Βλέπει σκιά που κινείται.

Δεν ζητάμε το Μπερναμπέου. Λάμπα ζητάμε.

Και εδώ είναι που το πράγμα γίνεται σχεδόν αστείο. Συζητάμε για στρατηγικές ανάπτυξης του αθλήματος, φτιάχνουμε παρουσιάσεις για τη μαζικοποίηση, μιλάμε για 3×3 και για μεγάλα όνειρα, τρέχουμε πρωταθλήματα υποδομών σε πέντε κατηγορίες. Και ταυτόχρονα δεν έχουμε βρει τρόπο να ανεβάσει κάποιος μια σκάλα και να ξεβιδώσει έναν καμένο προβολέα.

Με το ποσό μιας μέτριας μεταγραφής φωτίζεις μισή επαρχία. Με το κόστος μιας σεζόν διαφημιστικής καμπάνιας βάζεις LED σε δεκάδες γήπεδα γειτονιάς. Δεν είναι θέμα χρημάτων. Είναι θέμα του να θεωρήσει κάποιος ότι το πράγμα τον αφορά και εκεί ακριβώς σκοντάφτουμε πάντα… Ανάμεσα σε Δήμο, ΚΟΑ, Σχολική Εφορεία, σωματείο και σε αυτό το μαγικό «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα» που έχει λύσει περισσότερα προβλήματα στα χαρτιά από όσα έλυσε ποτέ στην πραγματικότητα.

Και φως εγένετο (κάποια στιγμή)

Λένε πως είναι καλύτερο να ανάψεις ένα κερί παρά να καταριέσαι το σκοτάδι. Στην περίπτωσή μας, δεν χρειάζεται ούτε κερί. Χρειάζεται μια λίστα.

Μια λίστα με τα γήπεδα του νησιού, μια στήλη με το τι λείπει από το καθένα, ένα συνεργείο και ένα χρονοδιάγραμμα τριών μηνών. Δεν χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση, δεν χρειάζεται ευρωπαϊκό κονδύλι, δεν χρειάζεται καν ανακοίνωση. Χρειάζεται μόνο να αποφασίσει κάποιος ότι το φως σε ένα γήπεδο γειτονιάς είναι υποδομή και όχι πολυτέλεια.

Και η αλήθεια είναι ότι έχουμε δει και καλά παραδείγματα. Υπάρχουν Δήμοι που το έκαναν, γήπεδα που αναβαθμίστηκαν, κοινότητες που κατάλαβαν ότι ένα φωτισμένο γήπεδο είναι το πιο φθηνό κοινωνικό πρόγραμμα που μπορεί να αγοράσει ένας τόπος. Γιατί κρατάει τα παιδιά έξω από τα σπίτια και μακριά από τις οθόνες, δίνει σημείο συνάντησης σε μια γειτονιά, γεμίζει έναν χώρο που αλλιώς θα ήταν έρημος στις οκτώ το βράδυ.

Οπότε, με όλο τον σεβασμό και με μηδέν κακία: αλλάξτε και καμία λάμπα.

Δώστε στον λαό φως για να παίξει μπάσκετ. Τα υπόλοιπα, τα βρίσκει μόνος του.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Οι αριθμοί δεν μεγαλώνουν παιδιά

Πόσοι από εσάς (γονείς, προπονητές, αθλητές) έχετε δει αυτήν την εικόνα: Είναι Σάββατο πρωί, στο κλειστό γήπεδο, παίζεται πρωτάθλημα Κ14. Στην κερκίδα, ένας γονιός δεν κοιτάζει το παρκέ. Κοιτάζει το κινητό του. Κάνει refresh στο Swish. Το παιδί του μόλις έκλεψε μπάλα, έτρεξε τον αιφνιδιασμό, έδωσε τη σωστή πάσα στον συμπαίκτη που ευστόχησε. Ο γονιός δεν το είδε. Είδε όμως ότι το παιδί του έχει τέσσερις πόντους και ο μικρός που έβαλε το καλάθι, δεκατέσσερις…

Κάπου εκεί, ανάμεσα στο ζωντανό παιχνίδι και στην οθόνη, κρύβεται όλη η συζήτηση για τα στατιστικά στις αναπτυξιακές ηλικίες. Και επειδή στην Κύπρο έχουμε μια τάση να χωριζόμαστε σε στρατόπεδα πριν καν διαβάσουμε το θέμα, ας το πούμε από την αρχή καθαρά: το Swish δεν είναι ούτε ο διάβολος ούτε ο μεσσίας. Είναι εργαλείο. Και τα εργαλεία, όπως λέει και η λαϊκή σοφία, δεν φταίνε ποτέ. Φταίει το χέρι που τα κρατάει!

Τι ακριβώς έφερε το Swish

Η ΚΟΚ ανακοίνωσε το 2023 τη συνεργασία με την NBN23 για ψηφιακά φύλλα αγώνα και στατιστικά στα αναπτυξιακά πρωταθλήματα. Ξεκίνησε από τις Κ18 και Κ16, με προοπτική επέκτασης προς Κ14, Κ12 και Κ10. Ζωντανά αποτελέσματα, βασικά στατιστικά για όλους, αναλυτικά στοιχεία με συνδρομή, ανά αγώνα, ανά ομάδα, ανά αθλητή και αθλήτρια.

Στην πράξη, η εφαρμογή κάνει τρεις εντελώς διαφορετικές δουλειές που κακώς τις βάζουμε στο ίδιο σακί. Πρώτον, καταγράφει: υπάρχει πλέον ιστορικό αγώνων και συμμετοχών, κάτι που πριν χανόταν σε τετράδια και μνήμες. Δεύτερον, βοηθά στην αναπτυξιακή αξιολόγηση: ο προπονητής μπορεί να παρακολουθεί την πορεία κάθε παιδιού με στοιχεία, όχι με εντυπώσεις. Τρίτον, παράγει δημόσια σύγκριση: πίνακες σκόρερ, ατομικά προφίλ, κατατάξεις.

Η πρώτη λειτουργία είναι σχεδόν αναμφισβήτητα θετική. Η δεύτερη μπορεί να είναι χρυσάφι, αν περάσει από καταρτισμένα χέρια. Η τρίτη είναι το σημείο όπου, όπως θα έλεγε και ο ποιητής, αρχίζουν τα δύσκολα.

Τα καλά, γιατί υπάρχουν και είναι πολλά

Πριν βγάλουμε τα καλάσνικοφ της κριτικής, να πούμε τι κερδίζουμε: Οι αριθμοί προστατεύουν από την επιλεκτική μνήμη. Ο αξιολογητής δεν χρειάζεται πια να βασίζεται στη μία φορά που έτυχε να δει ένα παιδί, τη μέρα που «είχε χαλάσει το τσιπάκι» του μικρού. Μπορεί να δει αν παίζει ελάχιστα, αν η συμμετοχή του ανεβαίνει ή πέφτει, αν βελτιώνει την αποτελεσματικότητά του, αν χρειάζεται περισσότερες ευκαιρίες.

Ακόμη σημαντικότερο: τα δεδομένα λειτουργούν ως ραντάρ. Μια αθλήτρια από μικρό σωματείο σε επαρχία που δεν βρίσκεται στον δρόμο κανενός ομοσπονδιακού προπονητή μπορεί ξαφνικά να εμφανιστεί στην οθόνη. Στο παρελθόν, το ταλέντο εκτός των μεγάλων συλλόγων χρειαζόταν και λίγη τύχη για να το προσέξουν. Τώρα αφήνει ψηφιακά ίχνη.

Και υπάρχει και η λογοδοσία. Η ύπαρξη δεδομένων δεν εξαφανίζει την εύνοια, αλλά δυσκολεύει τις εντελώς αυθαίρετες επιλογές. Όποιος επιλέγει, οφείλει πλέον να μπορεί να εξηγήσει γιατί προτίμησε την αθλήτρια με τη χαμηλότερη παραγωγή αντί της πρώτης σκόρερ. Και προσοχή: η εξήγηση μπορεί να είναι απολύτως βάσιμη. Απλώς πρέπει να υπάρχει.

Ο πίνακας των σκόρερ δεν είναι πίνακας ταλέντου

Εδώ όμως αρχίζει το βασικό λάθος, αυτό που κάνει τον γονιό της κερκίδας να νιώθει ότι κρατάει στο χέρι του αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο. Οι πόντοι είναι καταγραφή ενός αποτελέσματος. Δεν είναι αξιολόγηση αθλητή.

Ένα παιδί μπορεί να σκοράρει περισσότερο επειδή παίρνει πολύ περισσότερες προσπάθειες, επειδή η ομάδα του δεν έχει άλλον δημιουργό, επειδή παίζει συνέχεια με την μπάλα στα χέρια, επειδή αντιμετωπίζει ασθενέστερους αντιπάλους, επειδή εκτελεί όλες τις βολές ή, πολύ απλά, επειδή ο προπονητής τού συγχωρεί λάθη που δεν συγχωρεί σε κανέναν άλλον. Αντίστροφα, ένας παίκτης μπορεί να είναι ο πολυτιμότερος της πεντάδας χωρίς να φαίνεται πουθενά: οργανώνει, μαρκάρει τον καλύτερο αντίπαλο, κάνει τα σκριν, καλύπτει τις περιστροφές, ανοίγει χώρους, παίρνει σωστές αποφάσεις. Στο φύλλο αγώνα, όλα αυτά γράφουν μηδέν.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία της ανάλυσης μπάσκετ το λέει ξεκάθαρα: ακόμη και οι πολύ πιο σύνθετες μετρήσεις χάνουν συχνά το χρονικό, χωρικό και αγωνιστικό πλαίσιο. Τα απλά αθροίσματα του φύλλου αγώνα αποτυπώνουν ένα περιορισμένο μόνο κομμάτι του παιχνιδιού. Το «Moneyball» ήταν ωραία ταινία, αλλά ακόμη και ο Μπίλι Μπιν δεν επέλεγε παίκτες κοιτώντας μόνο ποιος έχει τα περισσότερα χτυπήματα. Έψαχνε τι κρύβεται πίσω από τους αριθμούς. Το επιχείρημα «είναι πρώτος σκόρερ, άρα έπρεπε να κληθεί» δεν στέκει επιστημονικά. Η επιλογή εθνικής ομάδας είναι κατασκευή λειτουργικού ρόστερ, όχι απονομή βραβείων παραγωγικότητας.

Τα λεπτά συμμετοχής: ο πιο ύπουλος αριθμός

Και αν οι πόντοι έχουν έστω το ελαφρυντικό ότι προκύπτουν από ενέργειες του ίδιου του παιδιού, τα λεπτά συμμετοχής δεν έχουν ούτε αυτό. Τα λεπτά είναι, πρώτα απ’ όλα, απόφαση κάποιου άλλου. Του προπονητή του συλλόγου. Επηρεάζονται από το βάθος του ρόστερ, τους τραυματισμούς, τη θέση, το επίπεδο της ομάδας, τη φιλοσοφία του σωματείου, την ανάγκη του πάγκου να κερδίσει το Σάββατο.

Και εδώ στήνεται ένας κυκλικός μηχανισμός που θυμίζει φιδάκι χωρίς σκάλες. Ο προπονητής δίνει λεπτά σε ένα παιδί. Το παιδί χτίζει καλύτερα συνολικά νούμερα. Τα νούμερα το κάνουν ορατό στην Ομοσπονδία. Η κλήση στην προεθνική τού ανεβάζει το κύρος. Το κύρος φέρνει ακόμη περισσότερα λεπτά. Και πάλι από την αρχή. Στην απέναντι όχθη, το παιδί που παραμερίστηκε στην αφετηρία μπορεί να μην πάρει ποτέ τα λεπτά που χρειάζεται για να αποδείξει ότι άξιζε λεπτά. Η πρώτη υποκειμενική απόφαση παγιώνεται και βαφτίζεται «αντικειμενικό αποτέλεσμα». Ασφυξία στις θερμικές πηγές του ταλέντου, πριν καν προλάβει να αναπνεύσει.

Η βιολογία δεν διαβάζει το Swish

Υπάρχει και κάτι που κανένας αλγόριθμος δεν μετράει: το πότε αποφασίζει το σώμα να μεγαλώσει. Στις Κ14 και Κ16, δύο παιδιά με την ίδια χρονολογία γέννησης μπορεί να απέχουν βιολογικά δύο και τρία χρόνια. Το πρώιμα αναπτυγμένο παιδί απλώνει την κορμάρα του στη ρακέτα και κυριαρχεί, χωρίς αυτό να λέει τίποτα για το πού θα βρίσκεται στα είκοσί του. Το παιδί που ωριμάζει αργότερα φαίνεται σήμερα «λίγο», αλλά μπορεί να απογειωθεί όταν κλείσει η σωματική ψαλίδα.

Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή το έχει διατυπώσει με σαφήνεια: η εξέλιξη των νεαρών αθλητών πατά σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη βάση ανάπτυξης, ωρίμανσης και ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών, γι’ αυτό και η πρώιμη αναγνώριση ταλέντου με βάση τη σημερινή απόδοση έχει περιορισμένη προβλεπτική αξία. Συστηματική ανασκόπηση στο μπάσκετ βρήκε ότι η σχετική ηλικία επηρεάζει αισθητά τις αγωνιστικές μετρήσεις στις κατηγορίες Κ14 έως Κ18, χωρίς αντίστοιχη σύνδεση με τη μακροπρόθεσμη επιτυχία.

Θέλετε παραδείγματα; Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο στα δεκάξι του δεν φιγουράριζε σε κανέναν πίνακα σκόρερ που να προμήνυε MVP. Ο Νίκολα Γιόκιτς επιλέχθηκε στο νούμερο 41 του ντραφτ, την ώρα που η αμερικανική τηλεόραση έπαιζε διαφήμιση για τάκος. Αν οι κατατάξεις των δεκατεσσάρων ετών προέβλεπαν το μέλλον, το σκάουτινγκ θα ήταν επάγγελμα για λογιστές. Ένας πίνακας σκόρερ Κ14 είναι, εν μέρει και χωρίς να το ξέρει κανείς, πίνακας βιολογικής ωρίμανσης, μήνα γέννησης, ύψους και ευκαιριών που μοίρασε ο προπονητής.

Όταν ο αριθμός γίνεται ταυτότητα

Ας είμαστε δίκαιοι και εδώ: δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, έρευνα που να αποδεικνύει ότι το Swish ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη εφαρμογή προκαλεί από μόνη της άγχος ή εγκατάλειψη του αθλήματος. Δεν χρειάζεται να εφευρίσκουμε αιτιώδεις σχέσεις για να στηρίξουμε ένα επιχείρημα.

Υπάρχει όμως ισχυρή τεκμηρίωση ότι οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες, η πρόωρη επιλογή, η υπερβολική έμφαση στο αποτέλεσμα και η πίεση από γονείς, προπονητές και οργανισμούς οδηγούν σε στρες, εξουθένωση και τελικά στην πόρτα της εξόδου. Και η δημόσια κατάταξη ρίχνει λάδι ακριβώς σε αυτή τη φωτιά. Το παιδί αρχίζει να μετράει πόντους αντί να διαβάζει το παιχνίδι. Ο γονιός συγκρίνει μετά από κάθε αγώνα. Ο προπονητής πιέζεται να μοιράζει λεπτά για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Η άμυνα και η πάσα υποτιμούνται, επειδή δεν βγάζουν πρωτοσέλιδο στην εφαρμογή. Και ένα δεκατετράχρονο αποκτά μόνιμο δημόσιο αρχείο απόδοσης, στην πιο ευμετάβλητη φάση της ζωής του.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι το παιδί βλέπει έναν αριθμό. Είναι ότι οι ενήλικες γύρω του μετατρέπουν τον αριθμό σε ταυτότητα. «Είναι πρώτος σκόρερ». «Παίζει μόνο οκτώ λεπτά». «Είναι καλύτερος από τον άλλο». Όταν συμβαίνει αυτό, το αναπτυξιακό εργαλείο έχει ήδη μεταμορφωθεί σε μηχανισμό κοινωνικής κατάταξης. Και τα παιδιά, μην έχετε αμφιβολία, το αντιλαμβάνονται πριν από εμάς.

Ποιος έχει δίκιο όταν δεν έρχεται η κλήση

Και φτάνουμε στο σημείο που καίει: το παιδί που είναι πρώτος σκόρερ και μένει εκτός Eθνικής. Ποιος έχει δίκιο;

Το παιδί έχει δίκιο σε ένα πράγμα: δικαιούται ανθρώπινη ανατροφοδότηση. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού κατοχυρώνει το δικαίωμά του να ενημερώνεται και να ακούγεται για ζητήματα που το αφορούν. Αυτό δεν σημαίνει δικαίωμα κλήσης. Σημαίνει δικαίωμα σε σεβαστή και κατανοητή διαδικασία, σε ένα «να τι είδαμε, να πού πρέπει να δουλέψεις», αντί για σιωπή.

Το παιδί δεν έχει δίκιο αν το μοναδικό επιχείρημα είναι οι πόντοι. Μια προπονητική ομάδα μπορεί εύλογα να προτιμήσει άλλον αθλητή για λόγους θέσης, αμυντικής ικανότητας, ταχύτητας αποφάσεων, τακτικής κατανόησης, σωματικής προοπτικής, ικανότητας να παίξει χωρίς την μπάλα, συνεργασίας, συμπεριφοράς ή ισορροπίας ρόστερ. Η Ελληνική Ομοσπονδία, για παράδειγμα, δημοσιεύει ως κριτήρια των αναπτυξιακών επιλογών όχι μόνο την αγωνιστική ικανότητα αλλά και την αντίληψη παιχνιδιού, τη συμπεριφορά, την προοπτική εξέλιξης και το αθλητικό ήθος.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη αλήθεια, που συχνά μας διαφεύγει: η Ομοσπονδία μπορεί να έχει πάρει σωστή αγωνιστική απόφαση και ταυτόχρονα να έχει ακολουθήσει κακή διαδικασία. Τα δύο δεν αλληλοαναιρούνται. Αν δεν υπάρχουν γραπτές αξιολογήσεις, πολλαπλές παρακολουθήσεις, κοινά κριτήρια και προσωπική ανατροφοδότηση, τότε ακόμη και η σωστή επιλογή δύσκολα αποδεικνύεται ότι ήταν συστηματική κρίση και όχι απλώς προσωπική εντύπωση με επίσημη σφραγίδα.

Τι θα πρότεινα

Η λύση δεν είναι ούτε η κατάργηση ούτε η ασυδοσία. Είναι η διαβάθμιση.

Για την Κ14: πλήρης εσωτερική καταγραφή από Ομοσπονδία και σωματεία, πρόσβαση στα ατομικά στοιχεία για το παιδί, τον γονέα, τον προπονητή και τους εξουσιοδοτημένους αξιολογητές, δημόσια μόνο τα αποτελέσματα των ομάδων. Όχι δημόσιοι πίνακες σκόρερ, όχι μακροχρόνια δημόσια προφίλ παικτών.

Για την Κ16: καταγραφή πλήρων στατιστικών, περιορισμένη δημόσια παρουσία των στοιχείων των αγώνων, καμία επιθετική προώθηση ατομικών κατατάξεων, δυνατότητα περιορισμού της δημόσιας προβολής και σαφής ενημέρωση ότι τα στατιστικά δεν αποτελούν σειρά αξιολόγησης ούτε εγγύηση κλήσης.

Για την Κ18: μεγαλύτερη δημοσιότητα, γιατί το επίπεδο πλησιάζει τον αγωνιστικό αθλητισμό ενηλίκων. Αλλά με προστασία δεδομένων, ακρίβεια, δυνατότητα διόρθωσης λαθών και, κυρίως, χωρίς την ταύτιση των αριθμών με την ανθρώπινη αξία του αθλητή.

Και μία αρχή πάνω από όλες: καμία επιλογή προεθνικής δεν πρέπει να βασίζεται κυρίως σε πόντους ή λεπτά συμμετοχής.

Μετράμε για να μεγαλώσουμε, όχι για να κατατάξουμε

Το Swish κάνει περισσότερο καλό παρά κακό όταν λειτουργεί ως εργαλείο πληροφόρησης. Κάνει περισσότερο κακό όταν μετατρέπει τα παιδιά σε δημόσιους αριθμούς, όταν δίνει στους γονείς την ψευδαίσθηση ότι η επιλογή αποδεικνύεται μαθηματικά, όταν στέλνει τα παιδιά σε κυνήγι πόντων και όταν βαφτίζει «αντικειμενικό μέτρο» τα λεπτά που μοίρασε ένας προπονητής.

Η κατάργηση των στατιστικών θα ήταν οπισθοδρόμηση. Θα μας γύριζε στην εποχή της ανεξέλεγκτης προσωπικής εντύπωσης, εκεί όπου το ταλέντο της επαρχίας χανόταν επειδή δεν το είδε ποτέ το σωστό μάτι. Η άκριτη δημοσιοποίηση, όμως, είναι το ίδιο μεγάλο λάθος με αντίθετο πρόσημο.

Η σωστή αρχή χωράει σε μία πρόταση: μετράμε για να κατανοούμε και να αναπτύσσουμε το παιδί, όχι για να το κατατάσσουμε πρόωρα, να του κολλάμε ταμπέλες ή να υποκαθιστούμε την προπονητική κρίση. Το κυπριακό μπάσκετ έχει στα χέρια του ένα σύγχρονο εργαλείο που πολλές μεγαλύτερες ομοσπονδίες θα ζήλευαν. Αν μάθουμε να το χρησιμοποιούμε με μέτρο και με το παιδί στο κέντρο, σε δέκα χρόνια δεν θα θυμόμαστε ποιος ήταν πρώτος σκόρερ στην Κ14 του 2026. Θα βλέπουμε όμως στα παρκέ αθλητές που έμειναν στο άθλημα, επειδή κάποιοι ενήλικες κατάλαβαν εγκαίρως ότι οι αριθμοί δεν μεγαλώνουν παιδιά. Τα παιδιά μεγαλώνουν με χρόνο, με ευκαιρίες και με ανθρώπους που τα βλέπουν ολόκληρα, όχι μόνο στη στήλη των πόντων.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Αντώνης Κωνσταντινίδης: Ο… αρχιτέκτονας της Μπρατισλάβας

Οι απολογισμοί των τουρνουά γράφονται συνήθως με αριθμούς: τρεις νίκες, πέντε ήττες, 14η θέση ανάμεσα σε 21 χώρες, επιστροφή μετά από δώδεκα χρόνια απουσίας. Όλα σωστά, όλα καταγεγραμμένα. Μόνο που οι αριθμοί, όσο κι αν προσπαθούν, όσο και αν τους αγαπάμε, δεν λένε ποτέ ολόκληρη την ιστορία. Γιατί πίσω από την πορεία της Εθνικής Κ20 στην Μπρατισλάβα δεν κρύβεται απλώς μια ομάδα που στάθηκε αξιοπρεπώς. Κρύβεται ένας προπονητής που πήρε παιδιά με ελάχιστα λεπτά συμμετοχής στις ομάδες τους και τα έβαλε να παίξουν μπάσκετ του 2026. Ο λόγος για τον κόουτς Αντώνη Κωνσταντινίδη.

Η μπάλα δεν κολλούσε πουθενά

Το πρώτο πράγμα που πρόσεχε όποιος έβλεπε αυτή την Εθνική ήταν ότι έπαιζε μοντέρνο μπάσκετ. Αποστάσεις στο παρκέ, γεμάτες γωνίες, και η μπάλα να γυρίζει από πλευρά σε πλευρά σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, μέχρι να ξεπροβάλει το ελεύθερο σουτ. Όχι «δώσ’ τη στον ψηλό και βλέπουμε». Όχι ατελείωτα ντριμπλαρίσματα μέχρι να λήξουν τα 24 δευτερόλεπτα. Κίνηση, έξτρα πάσα, εμπιστοσύνη στον συμπαίκτη. Πράγματα αυτονόητα στην Ευρώπη, όχι πάντα αυτονόητα στα δικά μας γήπεδα.

Και από την άλλη μεριά του παρκέ, μια άμυνα που δάγκωνε. Επιθετική, με πίεση ψηλά, με χέρια που ενοχλούσαν κάθε πάσα. Οι αντίπαλοι υποχρεώθηκαν σε σωρεία λαθών. Και δεν μιλάμε μόνο για το Κόσοβο και την Αρμενία. Ακόμα και η Πορτογαλία, μια από τις κορυφαίες ομάδες της κατηγορίας, μια χώρα που έχουμε γράψει ξανά και ξανά ότι κάνει άλματα προόδου, δυσκολεύτηκε να βρει ρυθμό απέναντι σε αυτή την πίεση. Όταν η άμυνά σου προβληματίζει τους καλύτερους, κάτι κάνεις σωστά.

Το πιο δύσκολο κομμάτι: το μυαλό

Τα συστήματα, όμως, τα μαθαίνεις. Οι ασκήσεις μπαίνουν στο πρόγραμμα. Το δύσκολο είναι το άλλο: να πείσεις παιδιά που δεν παίρνουν χρόνο στις ομάδες τους ότι μπορούν να σταθούν σε επίσημο διεθνές παιχνίδι απέναντι σε αντιπάλους που αγωνίζονται κάθε εβδομάδα. Εκεί ο Κωνσταντινίδης έκανε ίσως την καλύτερη δουλειά του. Δούλεψε την ψυχολογία, έχτισε πίστη, έβαλε τα παιδιά να κοιτάζουν τον αντίπαλο στα μάτια ακόμα και σε βραδιές που τα ίδια, βαθιά μέσα τους, δεν ήταν σίγουρα πως μπορούν. Η ανατροπή με το Κόσοβο στην πρεμιέρα, σε ένα ματς που έμοιαζε να χάνεται, δεν ήταν τύχη. Ήταν προϊόν δουλειάς στο πιο παραμελημένο «μυαλό» του κυπριακού μπάσκετ: αυτό των ίδιων των παικτών.

Ο γυμναστής δεν είναι πολυτέλεια

Υπάρχει όμως και η λίστα με τα συμπεράσματα που πονάνε. Πρώτο και καλύτερο: η φυσική κατάσταση. Η Ευρώπη προοδεύει πατώντας πάνω στην αθλητικότητα που χτίζεται με συστηματική εκγύμναση, με γυμναστές, με προγράμματα δύναμης από μικρές ηλικίες. Στην Μπρατισλάβα η διαφορά φάνηκε με γυμνό μάτι: κορμιά έτοιμα απέναντι σε κορμιά που ακόμα ψάχνονται. Η παρουσία γυμναστή στις ομάδες μας, και όχι μόνο στις εθνικές, αλλά σε όλες τις ομάδες, από τις ακαδημίες μέχρι τα πρωταθλήματα, δεν είναι πλέον πολυτέλεια. Είναι προαπαιτούμενο.

Και δίπλα σε αυτό, το άλλο αγκάθι: η έλλειψη συμμετοχής. Ήταν εμφανέστατη. Ακόμα και τα παιδιά που αγωνίζονται στη Β1 κατηγορία ήταν εμφανώς πίσω σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Όχι σε ταλέντο αλλά σε αγωνιστικά χιλιόμετρα. Δεν αρκεί η καρδιά για να τρέξεις μαραθώνιο. Χρειάζεται και ο αέρας των χιλιομέτρων. Και τα χιλιόμετρα αυτά τα δίνει μόνο το παιχνίδι, όχι ο πάγκος.

Όχι πυροτέχνημα

Το μεγάλο ζητούμενο, λοιπόν, μετά τη Σλοβακία, είναι η συνέχεια. Η Εθνική Κ20 απέδειξε στην πράξη γιατί έπρεπε να υπάρχει. Και τώρα πρέπει να μην καταλήξει ως ένα όμορφο πυροτέχνημα που φώτισε τον ουρανό ένα καλοκαίρι και έσβησε. Ας θυμηθούμε, άλλωστε, ότι η δημιουργία της ήταν εισήγηση που ο ίδιος ο κόουτς Κωνσταντινίδης κατέθετε επί χρόνια, από την εποχή που καθόταν στον πάγκο της Εθνικής Ανδρών. «Κάλιο αργά παρά ποτέ», είπε όταν η ομάδα επιτέλους στήθηκε. Θα ήταν κρίμα το «αργά» να γίνει και «για λίγο».

Η αυτοκριτική που μετράει

Και κάπου εδώ αξίζει να σταθούμε σε κάτι που δεν το ακούς συχνά από προπονητές. Ο κόουτς Κωνσταντινίδης έχει παραδεχθεί επανειλημμένα στις δηλώσεις του πως και ο ίδιος, παλαιότερα, δεν χρησιμοποιούσε νεαρούς παίκτες. Η εμπειρία του στο εξωτερικό, όμως, σε χώρες όπου η χρήση νέων είναι υποχρεωτική διά κανονισμού, του άλλαξε τη φιλοσοφία. Και δεν έμεινε στα λόγια: το είδαμε στην πράξη και στη θητεία του στον πάγκο της Ανόρθωσης, όπου τα νιάτα πήραν ευκαιρίες που αλλού θα περίμεναν στην ουρά. Προπονητής που κάνει αυτοκριτική δημόσια και αλλάζει πορεία είναι σπάνιο είδος. Και ίσως το καλύτερο παράδειγμα προς μίμηση για τους συναδέλφους του στα πρωταθλήματά μας.

Η Μπρατισλάβα, λοιπόν, δεν μας άφησε μόνο μια 14η θέση και μερικές όμορφες αναμνήσεις. Μας άφησε ένα μοντέλο δουλειάς: μοντέρνα επίθεση, άμυνα με χαρακτήρα, ψυχολογία, και έναν προπονητή που ξέρει τι έχτισε αλλά και τι λείπει ακόμα. Τα θεμέλια μπήκαν. Αν χτίσουμε από πάνω τους, με γυμναστές, με χρόνο συμμετοχής, με συνέχεια, τότε σε λίγα χρόνια δεν θα μιλάμε για πυροτέχνημα. Θα μιλάμε για φωτιά που άναψε και δεν σβήνει…

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

«Ακούμπα τη γραμμή»

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν έφερε στη Λευκωσία μετάλλια και αναμνήσεις. Ανάμεσα σε πολλές ιστορίες που είπε, μας έφερε και μία για ένα χέρι που άγγιζε γραμμές. Και μέσα σε αυτή την ιστορία χωράει όλο το μυστικό του πρωταθλητισμού.

Υπάρχουν ομιλίες που τις ξεχνάς πριν φτάσεις στο αυτοκίνητο. Και υπάρχουν ιστορίες που σε ακολουθούν μέχρι το σπίτι, σε περιμένουν στην πόρτα και σου λένε «κάτσε να τα ξαναπούμε». Αυτό που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Γιαννάκης στο Παλιό Δημαρχείο Λευκωσίας, στην παρουσίαση της συνεργασίας του με την ΕΚΟ για τη νέα γενιά του κυπριακού μπάσκετ, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Ο «Δράκος» δεν μίλησε για τρίποντα, συστήματα και pick and roll. Μίλησε για κάτι πολύ πιο ταπεινό: το γνωστό… «καμικάζι». Την άσκηση που μισούν όλα τα παιδιά του κόσμου, σε όλα τα γήπεδα του κόσμου, από τη Νίκαια μέχρι τη Λευκωσία.

«Όταν ξεκίνησα να παίζω μπάσκετ, έκανα ό,τι μου έλεγε ο προπονητής μου με απόλυτη ακρίβεια. Όταν μας έβαζε να τρέχουμε καμικάζι, εγώ ακουμπούσα όλες τις γραμμές με το χέρι, ενώ οι συμπαίκτες μου όχι. Έκλεβαν σε κάθε γραμμή όλο και περισσότερο. Και μάλιστα με κορόιδευαν επειδή εγώ έκανα κανονικά την άσκηση και ερχόμουν στους τελευταίους. Όταν πήραμε το Ευρωμπάσκετ το ’87 και με έβρισκαν έξω οι πρώην συμπαίκτες μου, μου έλεγαν: “Παναγιώτη, αφού μαζί ξεκινήσαμε να παίζουμε μπάσκετ, πώς έφτασες εκεί εσύ και εμείς όχι;”. Και τους απαντούσα: “Αφού εσύ… έκλεβες, όσο εγώ έκανα κανονικά την άσκηση”».

Τελεία. Δεν χρειάζεται ούτε ανάλυση τεσσάρων ωρών, ούτε PowerPoint. Χρειάζεται όμως να το αφήσουμε λίγο να κατακάτσει, όπως ο καλός καφές.

Οι γραμμές δεν λένε ψέματα

Το «καμικάζι» είναι η πιο δημοκρατική άσκηση του μπάσκετ. Δεν ρωτάει πόσο ψηλός είσαι, πόσο ταλέντο κουβαλάς, ποιος είναι ο μπαμπάς σου. Ρωτάει ένα και μόνο πράγμα: θα ακουμπήσεις τη γραμμή ή θα κλέψεις;

Και εδώ είναι το κρυφό δηλητήριο. Το κλέψιμο στη γραμμή μπορεί να μην το βλέπει κανείς. Ο προπονητής ίσως να κοιτάζει αλλού, οι συμπαίκτες κλέβουν κι αυτοί, το ρολόι τρέχει. Μισός πόντος πιο μακριά, μετά ένας, μετά δύο. Κανείς δεν έχασε ποτέ πρωτάθλημα από μία κλεμμένη γραμμή. Όλοι όμως όσοι δεν έφτασαν ποτέ ψηλά, κάπου εκεί ξεκίνησαν το ταξίδι τους: από μια γραμμή που «δεν πειράζει, ποιος θα το δει».

Ο μικρός Παναγιώτης από τη Νίκαια ερχόταν τελευταίος στα καμικάζι και άκουγε τα πειράγματα. Το τσιπάκι του, όμως, δεν χάλασε ποτέ. Γιατί κατάλαβε από νωρίς κάτι που πολλοί δεν καταλαβαίνουν ούτε στα σαράντα τους: ο αντίπαλος στην προπόνηση δεν είναι ο διπλανός σου. Είναι ο εαυτός σου. Και τον εαυτό σου μπορείς να τον κοροϊδέψεις για χρόνια… Μέχρι που μία μέρα θα σου στείλει τον λογαριασμό. Και μάλιστα με τόκο…

Από τα πειράγματα στο ΣΕΦ

Το πού οδήγησαν όλες αυτές οι «χαμένες» γραμμές το ξέρουμε απ’ έξω. 14 Ιουνίου 1987, Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, Ελλάδα – Σοβιετική Ένωση 103-101 στην παράταση, ο Γκάλης να γράφει ιστορία με 40 πόντους και δίπλα του ο αρχηγός, ο Γιαννάκης, να μοιράζει το παιχνίδι και να κρατάει την ομάδα όρθια όταν έτρεμαν και τα φώτα του γηπέδου. Η βραδιά που άλλαξε για πάντα το ελληνικό μπάσκετ.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο ίδιος άνθρωπος ανέβηκε ξανά στην κορυφή της Ευρώπης το 2005 από τον πάγκο, στο Βελιγράδι, και ένα χρόνο μετά, στη Σαϊτάμα, κοίταξε στα μάτια την Dream Team των ΛεΜπρόν, Γουέιντ και Άντονι και την έστειλε σπίτι της με εκείνο το μυθικό 101-95. Μοναδικός στην ιστορία που σήκωσε Ευρωμπάσκετ και ως παίκτης και ως προπονητής. Οι πρώην συμπαίκτες της γειτονιάς, υποθέτουμε, σταμάτησαν κάποια στιγμή να ρωτάνε «πώς έφτασες εκεί εσύ;». Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια και χωρούσε σε μία πρόταση.

Το μήνυμα για τα δικά μας παιδιά

Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι ο Γιαννάκης δεν ήρθε στην Κύπρο για να πει απλώς μια ωραία ιστορία και να φύγει. Το Basketball Youth Program της ΕΚΟ τον έφερε στα παρκέ, δίπλα σε παιδιά σωματείων από τη Λευκωσία, τη Λεμεσό και την Πάφο. Δηλαδή ακριβώς εκεί που κρίνεται το μέλλον του κυπριακού μπάσκετ: όχι στα φώτα των τελικών, αλλά στις απογευματινές προπονήσεις που δεν τις βλέπει κανείς.

Γιατί, κακά τα ψέματα, το δικό μας μπάσκετ δεν θα σωθεί από κανένα μαγικό ραβδί. Δεν υπάρχει Χόγκουαρτς της καλαθόσφαιρας. Υπάρχουν γήπεδα, γραμμές και μια απόφαση που παίρνει το κάθε παιδί μόνο του, κάθε μέρα, χίλιες φορές: θα σκύψω να ακουμπήσω ή θα κλέψω λιγάκι; Τα αγαθά, έλεγαν οι παλιοί, κόποις κτώνται. Ο Κόμπι ξυπνούσε στις τέσσερις το πρωί, ο Γιαννάκης ακουμπούσε τις γραμμές. Άλλαξε η δεκαετία, άλλαξαν τα παπούτσια, το μυστικό έμεινε ίδιο και προκλητικά απλό.

Και κάπου εδώ κρύβεται η αισιοδοξία. Γιατί αν το μυστικό ήταν το ταλέντο, θα ήμασταν καταδικασμένοι να περιμένουμε πότε θα γεννηθεί ο επόμενος «εκλεκτός». Το μυστικό όμως είναι η γραμμή. Και τη γραμμή μπορεί να την ακουμπήσει ο καθένας. Και το παιδί στη Λακατάμια και το κορίτσι στη Λεμεσό και ο πιτσιρικάς στην Πάφο που ήρθε χθες τελευταίος στο καμικάζι και τον κορόιδεψαν.

Σε αυτόν τον πιτσιρικά, λοιπόν, μία συμβουλή από καρδιάς: μην αλλάξεις τίποτα. Κάπου εκεί έξω, ένα βράδυ του 1987, ένας άλλος «τελευταίος» σήκωσε την Ευρώπη στις πλάτες του. Ακούμπα τη γραμμή. Οι υπόλοιποι ας γελάνε. Έχουν καιρό μέχρι να ρωτήσουν «αφού παίζαμε μαζί, πώς έφτασες εκεί εσύ;».

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.