Tag - ΕΛΛΑΔΑ

«Νεόφυτος Χανδριώτης» 2026: Όταν η EuroLeague βάζει την Κύπρο στο πρόγραμμά της

Μία διοργάνωση που δεν είναι απλή συνήθεια, αλλά υπόσχεση, είναι αυτή που αφιερώνεται κάθε χρόνο στον Νεόφυτο Χανδριώτη. Ένα τουρνουά που ξεκίνησε ως όρκος μιας οικογένειας και μιας παρέας να μην αφήσουν ένα όνομα να σβήσει από τις μνήμες μας, και φέτος, στην έβδομη έκδοσή του, καταλήγει να είναι το πιο δυνατό μπασκετικό ραντεβού που έχει η Κύπρος στο ημερολόγιό της. Το τουρνουά έχει καθιερωθεί ως ένα από τα κορυφαία διεθνή τουρνουά προετοιμασίας στην Ευρώπη, και αυτό δεν είναι ούτε διαφημιστικό σλόγκαν, ούτε κάποιο κόλπο για να πουληθούν περισσότερα εισιτήρια. Είναι ένα αριθμητικό δεδομένο: όταν ο πρωταθλητής Ευρώπης επιλέγει τη Λευκωσία για το τελευταίο του τεστ πριν την πρεμιέρα, σημαίνει ότι κάποιοι έχουν πάρει το νησί στα πολύ σοβαρά.

Μια υπόσχεση που έγινε θεσμός

Ο Νεόφυτος Χανδριώτης ήταν αριστούχος φοιτητής της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, αγάπησε το μπάσκετ και έφυγε νωρίς, αφού έδωσε τη δική του μάχη με θάρρος που ακόμα συγκινεί όσους τον γνώρισαν. Στη συνέντευξη Τύπου της παρουσίασης, ο πατέρας του, Δημήτρης Χανδριώτης, μίλησε για τον γιο του ως «φάρο φωτεινό και σύμβολο ήθους, γενναιότητας και αξιοπρέπειας». Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μυστικό της επιτυχίας: το τουρνουά δεν ξεκίνησε για να πουλήσει εισιτήρια, ξεκίνησε για να τιμήσει έναν άνθρωπο. Όλα τα υπόλοιπα, οι χορηγοί, οι κάμερες, τα τρόπαια, ήρθαν ως συνέπεια και όχι ως αιτία.

Η διαδρομή έχει και μετρήσιμη κλίμακα. Ο θεσμός χτίζει χρόνο με τον χρόνο μέχρι να φτάσει εδώ που είναι σήμερα. Ο Πανίκος Κωνσταντίνου, εκ των διοργανωτών, υπογράμμισε τη διεθνή απήχηση της διοργάνωσης, επισημαίνοντας ότι οι αγώνες αναμένεται να μεταδοθούν ζωντανά σε περισσότερες από 20 χώρες. Για μια χώρα που τα μπασκετικά της νέα σπάνια περνούν τα σύνορα, είκοσι χώρες είναι ένα παράθυρο που δεν ανοίγει κάθε μέρα.

Ο πρωταθλητής Ευρώπης με τα τρόπαια στη βαλίτσα

Η φετινή ατραξιόν έχει όνομα και ερυθρόλευκο χρώμα. Στο «Τάσσος Παπαδόπουλος – Ελευθερία», από τις 11 μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου, θα λάμψουν τα αστέρια της EuroLeague, με ατραξιόν τον πρωταθλητή Ευρώπης και Ελλάδας, Ολυμπιακό Πειραιώς, την πρωταθλήτρια Ισραήλ, Μακάμπι Τελ Αβίβ, τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου, ενώ ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάθοδος του Άρη Θεσσαλονίκης με τον Βασίλη Σπανούλη στον πάγκο του.

Ο Ολυμπιακός δεν έρχεται μόνο με το ρόστερ αλλά και με τις κούπες. Στις παράλληλες δράσεις περιλαμβάνεται η έκθεση των τροπαίων του πρωταθλητή Ελλάδας και της EuroLeague, δίνοντας στους φιλάθλους την ευκαιρία να φωτογραφηθούν μαζί τους και να συναντήσουν παίκτες της ομάδας. Είναι η στιγμή που ο Κύπριος οπαδός, που χρόνια παρακολουθούσε το Final Four από τον καναπέ, θα μπορεί να αγγίξει αυτό που μέχρι τώρα έβλεπε πίσω από γυαλί. Και ο Μάριος Πολυδώρου, πολύ σωστά, πρότεινε να πάνε τα τρόπαια στον τάφο του Νεόφυτου Χανδριώτη.

Ο Ερυθρός Αστέρας φέρνει τη σερβική σχολή με το τζάμπολ στις 21:00 της Παρασκευής, η Μακάμπι τη δική της αδιαπραγμάτευτη ένταση, και ανάμεσά τους ο Άρης, που φέτος δεν έρχεται για να συμπληρώσει το ταμπλό.

Ο Αυτοκράτορας σηκώνεται από τον θρόνο

Εδώ είναι το πιο ενδιαφέρον υποκεφάλαιο του τουρνουά. Ο Άρης, που για χρόνια ζούσε με τις αναμνήσεις της δεκαετίας του ’80, αποφάσισε φέτος ότι η νοσταλγία δεν κερδίζει αγώνες. Από το καλοκαίρι του 2025 επικεφαλής της ομάδας είναι ο Ρίτσαρντ Σιάο και φέτος ήρθε η ώρα για την εκτόξευση, καθώς το μπάτζετ έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα και το ρόστερ δεν έχει να ζηλέψει πολλά ακόμα και από ομάδες της EuroLeague.

Το μήνυμα στάλθηκε πρώτα από τον πάγκο. Ο Βασίλης Σπανούλης, με μετάλλιο σε EuroBasket με την Εθνική Ελλάδας, τελικό EuroLeague με τη Μονακό και Final-4 του BCL με το Περιστέρι στη σύντομη προπονητική του καριέρα, έβαλε την υπογραφή του σε τριετές συμβόλαιο με τον Άρη. Και μετά ήρθαν τα κορμιά. Το μεγαλύτερο συμβόλαιο δόθηκε στον ΝΒΑer Ερλ Ρόμπινσον, ενώ οι περιφερειακοί Βασίλης Τολιόπουλος και Ματ Μόργκαν έρχονται απευθείας από την EuroLeague, από Παναθηναϊκό και Βίρτους Μπολόνια αντίστοιχα. Στη ρακέτα, ο Κεμ Μπιρτς και ο Κώστας Αντετοκούνμπο, στη δημιουργία ο Νέναντ Ντιμιτρίεβιτς και ο Στέφαν Γιόβιτς, με τους Έι Τζέι Λιντέλ, Άνταμ Μοκόκα και Βασίλη Χαραλαμπόπουλο να γεμίζουν τα «τρία» και τα «τέσσερα». Και βέβαια την πρόσφατη ανακοίνωση του Θανάση Αντετοκούνμπο.

Για τον Σπανούλη, το «Νεόφυτος Χανδριώτης» είναι το πρώτο πραγματικό τεστ αυτού του νέου οργανισμού απέναντι σε αντιπάλους EuroLeague. Παρασκευή 18:00 με τη Μακάμπι, Κυριακή 15:45 με τον Ερυθρό Αστέρα. Δύο ματς που θα δείξουν αν το χαρτί μεταφράζεται σε παρκέ, και η Κύπρος θα το δει πριν από όλους.

Το τουρνουά δεν σταματά στην κόρνα της γραμματείας

Αν οι αγώνες είναι η βιτρίνα, οι παράλληλες δράσεις είναι η αποθήκη όπου κρύβεται η πραγματική αξία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το δωρεάν σεμινάριο προπονητικής με τους Βασίλη Σπανούλη, Oded Kattash και Γιώργο Μπαρτζώκα, καθώς και η επίσκεψη αστέρων των ομάδων στην Παιδοογκολογική Μονάδα του Μακάρειου Νοσοκομείου. Τρεις πρώτοι προπονητές EuroLeague σε ένα αμφιθέατρο, δωρεάν, για τους Κύπριους προπονητές. Ο πρόεδρος της ΚΟΚ, Λούης Δημητρίου, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο υψηλού επιπέδου προπονητικό σεμινάριο, τονίζοντας τη σημασία της συνεχούς επιμόρφωσης των προπονητών για την ανάπτυξη και αναβάθμιση της κυπριακής καλαθόσφαιρας. Όποιος έχει διαβάσει έστω μία σελίδα από την μελέτη του ισλανδικού μοντέλου που έχω κυκλοφορήσει (κλικ εδώ αν το θέλετε), ξέρει ότι τα μικρά κράτη δεν μεγαλώνουν με ταλέντο μόνο, μεγαλώνουν με προπονητές που ξέρουν τι να κάνουν με το ταλέντο.

Και ανάμεσα στους αγώνες της Παρασκευής, μια στιγμή που αξίζει να μην τη χάσει κανείς: στις 19:45 θα πραγματοποιηθεί αγώνας καλαθοσφαίρισης με αμαξίδιο, μια ξεχωριστή στιγμή που αναδεικνύει τις αξίες της ισότητας, της συμπερίληψης και της δύναμης του αθλητισμού. Σε ένα τουρνουά που γεννήθηκε από τη μάχη ενός νέου ανθρώπου, το να βλέπεις αθλητές που δίνουν τις δικές τους μάχες καθημερινά να παίρνουν το ίδιο παρκέ με τον Ολυμπιακό δεν είναι διάλειμμα. Είναι το κεντρικό μήνυμα.

Γιατί μετράει για την Κύπρο

Ο Δήμαρχος Λευκωσίας, Χαράλαμπος Προύντζος, επισήμανε πως εκτός από τον συμβολισμό, είναι το κορυφαίο τουρνουά προετοιμασίας ενόψει Ευρωλίγκα, και ο Δήμος στηρίζει διοργανώσεις που προσθέτουν αξία στην πόλη, στο αθλητικό και τουριστικό προϊόν. Σωστά, αλλά η μεγάλη αξία δεν είναι τουριστική. Είναι παιδαγωγική. Το δεκατετράχρονο παιδί που παίζει στη Λευκωσία ή στη Λεμεσό και δεν έχει δει ποτέ ζωντανά πώς κινείται ένας παίκτης EuroLeague χωρίς μπάλα, θα το δει την Παρασκευή, από τα δέκα μέτρα. Αυτό δεν το διδάσκει κανένα βίντεο.

Οι Κύπριοι προπονητές θα ακούσουν από πρώτο χέρι τρεις διαφορετικές φιλοσοφίες. Το κυπριακό μπάσκετ, που φέτος είδε την Εθνική Ανδρών να κερδίζει την Αυστρία στα προκριματικά του Ευρωμπάσκετ και τις Κορασίδες να παίρνουν ασημένιο μετάλλιο, χρειάζεται ακριβώς τέτοιες γέφυρες με το επίπεδο που ονειρεύεται. Ο πρόεδρος του ΚΟΑ, Γιάννης Ιωάννου, αναφέρθηκε στην αναβαθμισμένη διοργάνωση που φέρνει για άλλη μια φορά στην Κύπρο τα αστέρια της Euroleague, επισημαίνοντας πόσο σημαντικό είναι αυτό για τη χώρα.

Και κάτι ακόμα, πιο απλό. Ένα τουρνουά που ξεκίνησε ως υπόσχεση σε έναν φοιτητή που αγάπησε το μπάσκετ, σήμερα ενώνει τον πρωταθλητή Ευρώπης, τον Αυτοκράτορα του Βορρά, τη Μακάμπι και τον Ερυθρό Αστέρα κάτω από την ίδια στέγη. Αν αυτό δεν είναι απόδειξη ότι στην Κύπρο, όταν κάτι γίνεται με καρδιά, μπορεί να γίνει και με επίπεδο, τότε δεν ξέρω τι είναι. Το Ελευθερία ανοίγει τις πόρτες του την Παρασκευή. Ο Νεόφυτος θα είναι εκεί, σε κάθε κάθισμα.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Εθνική Ελλάδας: Ακροβατεί σ’ ενά σκοινί…

Υπάρχει ένα τραγούδι, τους στίχους του οποίου έχει γράψει ο Λευτέρης Χαψιάδης και έχει ερμηνεύσει ο ροδίτης τραγουδιστής Χρυσοβαλάντης Αυγενικός, ή πιο γνωστός ως σκέτο Βαλάντης, στου οποίου το ρεφρέν ξεκινάει λέγοντας «ακροβατώ σ’ ένα σκοινί που είναι έτοιμο να σπάσει…». Το τραγούδι σε αυτό το σημείο αναφέρεται σε εκείνη τη στιγμή που ο ακροβάτης δεν είναι σημειώνει ούτε πρόοδο, αλλά ούτε πτώση. Είναι εκείνη η στιγμή που σταματάει στη μέση του σκοινιού, ανοίγει τα χέρια, βρίσκει ξανά το κέντρο βάρους του και περιμένει να ησυχάσει η ταλάντωση. Δεν έχει προχωρήσει. Απλώς δεν έπεσε.

Αυτό ακριβώς έκανε η Εθνική Ελλάδας απέναντι στην Ισπανία. Κέρδισε στην παράταση, κέρδισε οριακά, κέρδισε με την ψυχή στο στόμα και το μόνο που πέτυχε ήταν να μη γίνει η ζημιά ανεπανόρθωτη. Γιατί η ζημιά είχε ήδη γίνει στη Ρίγα από την Ουκρανία.

Τι κέρδισε πραγματικά η Ελλάδα

Τώρα λοιπόν που έκατσε η σκόνη του ενθουσιασμού, ας μιλήσουμε με τη γλώσσα που δεν συγκινείται από κανένα τραγούδι: με τη βαθμολογία.

Η Ουκρανία έχει 6-2, η Ισπανία και η Γεωργία 5-3 και όλες οι υπόλοιπες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Μαυροβούνιο) 4-4.

Τρεις προκρίνονται. Η Ελλάδα βρίσκεται στο κάτω μισό του πίνακα. Η νίκη επί της Ισπανίας δεν διόρθωσε την κατάσταση. Την κράτησε στον αναπνευστήρα. Χωρίς αυτήν, η Εθνική θα ξημέρωνε στο 3-5, δύο νίκες πίσω με τέσσερα παιχνίδια και θα έκανε υπολογισμούς όχι για σενάρια, αλλά για θαύματα.

Το γεγονός ότι συζητάμε ακόμη για μαθηματικά ήταν το κέρδος της βραδιάς. Δεν είναι μικρό. Δεν δίνει όμως και εισιτήριο πρόκρισης.

Ο μύθος του «4 στα 4»

Ήδη κυκλοφορεί η φράση, στρογγυλή και βολική όπως όλες οι φράσεις που δεν χρειάζεται να τις υπολογίσεις: «Η Ελλάδα πρέπει να τα κερδίσει και τα τέσσερα».

Για να είμαστε ακριβείς το 4 στα 4 δεν είναι μαθηματική αναγκαιότητα. Υπάρχουν διακλαδώσεις όπου ακόμα και το 3-1 φτάνει και περισσεύει, ιδίως αν οι δύο νίκες έρθουν απέναντι στη Γεωργία και συνοδευτούν από μία ακόμη εκτός έδρας. Υπάρχουν και διακλαδώσεις όπου τρεις ομάδες κλείνουν με το ίδιο ρεκόρ και η υπόθεση κρίνεται σε κριτήρια που κανείς δεν τα ψάχνει μέχρι να τα χρειαστεί.

Αυτό που είναι αλήθεια (και είναι πολύ πιο δυσάρεστο από το σλόγκαν) είναι κάτι άλλο: η Ελλάδα έπαψε να ελέγχει η ίδια την πρόκρισή της. Στο 3-4 και στο 4-4, οι νίκες δεν σου δίνουν πρόκριση. Σου δίνουν δικαίωμα να ελπίζεις βάσει των αποτελεσμάτων των άλλων. Η διαφορά μεταξύ του «πρέπει να τα κερδίσω όλα» και του «πρέπει να τα κερδίσω σχεδόν όλα και να κοιτάζω το κινητό» δεν είναι παρήγορη. Αλλά είναι πιο ειλικρινής.

Η παγίδα που κρύβει η παράταση

Εδώ είναι το σημείο που θα το θυμηθούμε τον Μάρτιο.

Στην ισοβαθμία, το πρώτο κριτήριο είναι τα μεταξύ τους αποτελέσματα και, αν αυτά είναι μοιρασμένα, η διαφορά πόντων στα μεταξύ τους παιχνίδια. Η Ελλάδα κέρδισε την Ισπανία στην παράταση, δηλαδή με το μικρότερο δυνατό περιθώριο που επιτρέπει το άθλημα. Αυτό σημαίνει ότι το «μαξιλάρι» που δημιουργήθηκε στο T-Center χωράει σε μία-δύο κατοχές.

Στις 29 Νοεμβρίου στην Ισπανία, λοιπόν, η Εθνική δεν θα παίξει μόνο για τη νίκη. Θα παίξει και για τη διαφορά. Μια ήττα με διψήφια διαφορά δεν θα είναι μία απλή εκτός έδρας ήττα από την Ισπανία. Θα είναι πιθανότατα και το χάσιμο ενός κριτηρίου που μπορεί να αποφασίσει τα πάντα. Ο ακροβάτης πολλές φορές δεν κρίνεται από το αν πέφτει, αλλά από το πόσο… γέρνει.

Οι δύο πραγματικοί τελικοί λέγονται «Γεωργία»

Το πρόγραμμα που απομένει είναι σκληρό, αλλά έχει μια εσωτερική λογική:

  • 26 Νοεμβρίου: Γεωργία, εντός
  • 29 Νοεμβρίου: Ισπανία, εκτός
  • 26 Φεβρουαρίου 2027: Ουκρανία, εντός
  • 1 Μαρτίου 2027: Γεωργία, εκτός

Δύο από τα τέσσερα είναι απέναντι στον άμεσο ανταγωνιστή. Και αυτό είναι, ταυτόχρονα καταδίκη και σωτηρία. Η Γεωργία προηγείται σήμερα κατά μία νίκη. Ένα ελληνικό 2-0 στα μεταξύ τους ανατρέπει και το πρώτο κριτήριο ισοβαθμίας. Ένα 1-1 μεταθέτει τη συζήτηση στη διαφορά πόντων. Ένα 0-2 κλείνει την πόρτα και πετάει το κλειδί στο πηγάδι.

Με άλλα λόγια: το εισιτήριο δεν κόβεται στη Μαδρίτη, ούτε στο Κίεβο. Κόβεται στην Τιφλίδα και στην Αθήνα, απέναντι σε μια ομάδα που εδώ και μια δεκαετία έχει σταματήσει να είναι «βατή» και έχει αρχίσει να είναι επικίνδυνη.

Πώς φτάσαμε ως εδώ

Το εύκολο είναι να χρεώσουμε τα πάντα σε ένα βράδυ. Το σωστό είναι να δούμε όλο το σύστημα.

Τα προκριματικά παράθυρα του Νοεμβρίου και του Φεβρουαρίου γίνονται χωρίς τους παίκτες του NBA και ουσιαστικά χωρίς της EuroLeague. Δηλαδή η Εθνική Ελλάδας καλείται να διεκδικήσει την πρόκριση με ένα ρόστερ που δεν είναι εκείνο του καλοκαιριού, με ελάχιστες προπονήσεις, με παίκτες που έρχονται από διαφορετικές ταχύτητες και ρυθμούς. Αυτό ισχύει για όλους. Δεν ισχύει όμως για όλους το ίδιο.

Οι χώρες που έχτισαν βάθος στη δεύτερη και τρίτη γραμμή, όπως η Γεωργία, η Ουκρανία, ακόμη και η Πορτογαλία που πριν λίγα χρόνια δεν έμπαινε καν στην κουβέντα, εμφανίζονται στα παράθυρα με ομάδα, όχι με… απόσπασμα. Η Ελλάδα εμφανίζεται συχνά με μια συλλογή καλών παικτών που κάνουν την πρώτη τους γνωριμία… στο αεροδρόμιο. Η διαφορά φαίνεται στα τελευταία πέντε λεπτά, εκεί όπου δεν παίζει το ταλέντο, αλλά η δουλειά στις προπονήσεις.

Το σκοινί είναι ακόμη εκεί

Ας το κλείσουμε όμως όπως αρχίσαμε, με τον ακροβάτη.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα του αγώνα κόντρα στην Ισπανία είναι πως η Εθνική Ελλάδας, σε ένα παιχνίδι που δεν είχε δικαίωμα να χάσει, βρήκε τον τρόπο να μη χάσει. Στην παράταση. Απέναντι στην Ισπανία. Αυτό είναι ένδειξη ότι υπάρχει ακόμη νεύρο και ότι η ομάδα δεν έχει παραδώσει το σκοινί σε κανέναν.

Στις 26 Νοεμβρίου θα υπάρξει ένα γήπεδο, μια Γεωργία και σαράντα λεπτά συνολικής προσοχής που μπορούν να αλλάξουν ολόκληρη την αφήγηση. Η ελληνική μπασκετική ιστορία είναι γεμάτη βραδιές όπου η λογική έβγαλε λευκή πετσέτα αλλά η ομάδα αρνήθηκε να την πάρει. Το 2005 ξεκίνησε από αμφιβολία και τελείωσε με πανηγυρισμούς στις πλατείες. Το 2006 ξεκίνησε ως εκδρομή και τελείωσε ως ημιτελικός που έχει μείνει στην ιστορία (ήταν και οι μέρες της επετείου της πρόσφατα).

Ο ακροβάτης δεν έχει περάσει απέναντι. Στέκεται όμως όρθιος, το κέντρο βάρους το έχει βρει, και του μένουν τέσσερα βήματα ακόμα για να τα καταφέρει. Δεν είναι άνετη θέση. Είναι όμως μία θέση παιχνιδιού για μια ομάδα που κόντεψε να χάσει το δικαίωμα να ελπίζει. Αν αυτό δεν είναι οριακό, τότε πιο είναι;

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Ο «σπασμένος αγωγός» της Εθνικής Ελλάδας…

Η Εθνική Ελλάδας μπαίνει στο κρισιμότερο παράθυρο της τετραετίας με μια λίστα απουσιών που έχει γίνει είδηση από μόνη της. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι ποιοι λείπουν. Είναι το τι γίνεται πίσω τους.

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο δεν θα βρεθεί στη Ρίγα ούτε στο ΟΑΚΑ. Ο Κώστας Σλούκας ούτε. Ο Τόμας Ουόκαπ έμεινε ξανά εκτός, με το συμβόλαιό του στον Ολυμπιακό να έχει μετατραπεί σε νομικό θρίλερ. Ο Νίκος Ρογκαβόπουλος κλήθηκε, αλλά η πελματιαία απονεύρωση τον κράτησε μακριά από την πρώτη μέρα της προετοιμασίας. Και οι Νεοκλής Αβδάλας, Αλέξανδρος Σαμοντούροβ και Βαγγέλης Ζούγρης δεν πήραν άδεια από τα κολέγιά τους.

Το εύκολο είναι να πούμε πως «λείπουν πολλοί» και είναι αλήθεια. Όσο άβολα ρηχό και αν ακούγεται.

Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι το πόσοι λείπουν, αλλά γιατί η Ελλάδα δυσκολεύεται τόσο πολύ να απορροφήσει αυτές τις απουσίες; Οι μεγάλες μπασκετικές χώρες χάνουν κι αυτές παίκτες κάθε καλοκαίρι. Αλλά εκεί δεν γίνεται… «σεισμός».

Και δεν είναι ερώτημα που θέτουμε τώρα για πρώτη φορά. Το είχε θέσει και ολόκληρη FIBA πριν από τρία χρόνια!

Η αριθμητική της 17άδας

Ας αφήσουμε τα ονόματα και ας κοιτάξουμε τις ημερομηνίες γέννησης.

Στους 17 που κάλεσε ο Βασίλης Σπανούλης, ο μέσος όρος ηλικίας αγγίζει τα 29. Ο Νικ Καλάθης είναι 37, ο Κώστας Παπανικολάου 36, ο Θανάσης Αντετοκούνμπο 34. Μόνο τρεις παίκτες είναι κάτω των 25: ο Νάσος Μπαζίνας (22), ο Όμηρος Νετζήπογλου (23) και ο Αντώνης Καραγιαννίδης (24). Ο Ρογκαβόπουλος μόλις έκλεισε τα 25.

Το πιο εύγλωττο στοιχείο δεν είναι η ηλικία τους, αλλά το βιογραφικό τους με τη γαλανόλευκη: και οι τρεις μαζί έχουν (αθροιστικά ε;) 19 συμμετοχές και 27 ολόκληρους πόντους στην Εθνική Ανδρών. Δεκαεννιά συμμετοχές. Δηλαδή, στατιστικά, όσα δύο καλοκαίρια ενός φερόμενου ως βασικός.

Αυτό φυσικά δεν είναι κατηγορητήριο για τον προπονητή. Ο Σπανούλης παίζει με την τράπουλα που του δίνουν. Είναι όμως ακτινογραφία. Όταν φύγουν ταυτόχρονα ένας MVP του NBA, ένας κορυφαίος πλέι μέικερ της Ευρώπης και δύο ρόλοι-κλειδιά, το κενό δεν καλύπτεται από παίκτες που ακόμα δεν έχουν προλάβει να μάθουν πού είναι τα αποδυτήρια…

Το γερμανικό μέτρο σύγκρισης (και η παγίδα του)

Η Γερμανία, παγκόσμια πρωταθλήτρια του 2023 και πρωταθλήτρια Ευρώπης του 2025, μπαίνει στο ίδιο παράθυρο με 15 παίκτες. Τον Ιούλιο είχαν διαρρεύσει πως οι διαθέσιμοι NBAers ήταν επτά. Στην τελική λίστα του Άλεξ Μούμπρου έμειναν τρεις (Ντένις Σρούντερ, Άζάια Χάρτενσταϊν, Τρίσταν ντα Σίλβα) και επτά παίκτες EuroLeague.

Και εδώ κρύβεται το πραγματικό μάθημα, που δεν έχει σχέση με το πόσους NBAers βγάζει κάθε χώρα.

Οι Γερμανοί άφησαν εκτός τους αδελφούς Βάγκνερ. Άφησαν εκτός και τον Άριελ Χακπόρτι, τον Κρίστιαν Άντερσον, τον Χάνες Στάινμπαχ, τον Τζακ Καγίλ. Δηλαδή τέσσερις παίκτες 19-24 ετών με πρόσφατο εισιτήριο για το NBA. Τους άφησαν εκτός επειδή μπορούσαν. Επτά από τους 15 που ταξιδεύουν ήταν παγκόσμιοι πρωταθλητές το 2023, οκτώ πρωταθλητές Ευρώπης πέρυσι.

Η πολυτέλεια δεν είναι να έχεις σταρ. Η πολυτέλεια είναι να λες «όχι» σε τέσσερα ταλέντα και να μη σε πονάει.

Θα ήταν επιφανειακό να ζητήσουμε από την Ελλάδα να παράγει επτά NBAers· η Γερμανία των 84 εκατομμυρίων κατοίκων δούλεψε δεκαπέντε χρόνια για να φτάσει εκεί. Το ζητούμενο είναι πιο ταπεινό και πιο μετρήσιμο: να υπάρχουν δέκα Έλληνες 20-25 ετών που να παίζουν πραγματικά, κάθε βδομάδα, σε επίπεδο EuroLeague ή EuroCup. Όχι να υπάρχουν στα χαρτιά. Να παίζουν.

Η δεξαμενή δεν γεμίζει γιατί ο αγωγός… στάζει

Εδώ το άρθρο θα μπορούσε εύκολα να γλιστρήσει στο γνωστό μοιρολόι περί «κρίσης του ελληνικού μπάσκετ». Τα νούμερα, όμως, δεν το επιτρέπουν.

Το καλοκαίρι του 2026 η Ελλάδα τερμάτισε 5η στο EuroBasket U20, 6η στο U18 και 6η στο U16. Στη συνολική κατάταξη των 48 ευρωπαϊκών χωρών βρέθηκε τρίτη, πίσω μόνο από Γαλλία και Ισπανία και ισόβαθμη με τη Σλοβενία. Στα κορίτσια πήρε δύο ανόδους στην πρώτη κατηγορία. Η ΕΟΚ, στην αποτίμησή της, χρειάστηκε να δανειστεί Σεφέρη για να το περιγράψει και για μια φορά η υπερβολή δικαιολογείται, γιατί πρόκειται για ισοφάριση του καλύτερου καλοκαιριού στην ιστορία της.

Άρα το ταλέντο υπάρχει. Η δεξαμενή κανονικά μπορεί να γεμίσει…

Ο αγωγός όμως… στάζει. Και στάζει σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο: μεταξύ 19 και 24 ετών.

Εκεί συμβαίνουν τρία πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, οι καλύτεροι φεύγουν για NCAA και το NCAA, με τα λεφτά που ρίχνει πλέον στα δεκαοκτάχρονα, δεν είναι πια σχολείο αλλά ανταγωνιστής. Δεύτερον, όσοι μένουν βρίσκουν μπροστά τους ρόστερ EuroLeague χτισμένα με λογική δεκαπεντάδας, όπου κάθε θέση δίνεται σε δοκιμασμένο επαγγελματία που εγγυάται δώδεκα καθαρά λεπτά. Τρίτον, την ίδια στιγμή το ΕΣΑΚΕ συζητά αύξηση των ξένων στους επτά.

Είναι το παράδοξο που έχει επισημανθεί και από συναδέλφους στην Αθήνα: ποιος ξέρει έστω ένα όνομα από την Εθνική Νέων που βγήκε 5η στην Ευρώπη; Ελάχιστοι. Επειδή στα 19 και στα 20 τους οι περισσότεροι παίζουν σε Elite League, σε Β’ Εθνική ή σε κάποιο κολέγιο που δεν βγαίνει καν στην τηλεόραση.

Κάλλιο πέντε και στο χέρι, λέει ο λαός. Το ελληνικό μπάσκετ όμως έχει διαλέξει τα δέκα και καρτέρει.

Η άλλη πλευρά (γιατί δεν είναι τόσο απλό)

Υπάρχει και σοβαρός αντίλογος, και οφείλουμε να τον ακούσουμε.

Πρώτον, οι σύλλογοι δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός παίζουν σε μια διοργάνωση όπου η διαφορά ανάμεσα στο Final Four και στη δωδέκατη θέση μετριέται σε εκατομμύρια. Ένας προπονητής που θα δώσει 18 λεπτά σε έναν 20χρονο τον Δεκέμβριο μπορεί να μην είναι εκεί τον Μάρτιο.

Δεύτερον, οι Έλληνες παίκτες δεν είναι φθηνοί. Με Άρη, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ να έχουν βρει επενδυτές και να κυνηγούν Έλληνες για να συμπληρώσουν τις εγχώριες θέσεις, οι τιμές έχουν εκτιναχθεί. Παίκτες που πριν λίγα χρόνια κόστιζαν 100.000 πιάνουν σήμερα εξαψήφια νούμερα με διαφορετικό πρώτο ψηφίο. Γίνεται δηλαδή μία στρέβλωση της αγοράς. Και δημιουργεί το αντίστροφο πρόβλημα: ο νεαρός παίρνει συμβόλαιο πριν πάρει λεπτά συμμετοχής.

Τρίτον (και αυτό είναι το πιο ελπιδοφόρο) δύο από τους τρεις που έλειψαν φέτος λόγω κολεγίου, οι Αβδάλας και Σαμοντούροβ, βρίσκονται στη Νορθ Καρολάινα. Δηλαδή στην κορυφή, όχι στην αφάνεια. Σε δύο χρόνια θα είναι διαθέσιμοι, ώριμοι και εκτεθειμένοι σε υψηλό ανταγωνισμό.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν βγάζει παίκτες. Είναι ότι δεν τους χρησιμοποιεί στο διάστημα που καθορίζει αν θα γίνουν διεθνείς ή απλώς επαγγελματίες.

Η προειδοποίηση είχε γραφτεί το 2023 και έμεινε στο συρτάρι

Δεν χρειάζεται να τα μαντέψουμε όλα αυτά. Είναι γραμμένα.

Στο επίσημο scouting report του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2023, που συνέταξαν οι Κέιλεμπ Χάρισον, Νέλσον Ίσλι, Μίλαν Όπασιτς και Πάτρικ Χαντ για λογαριασμό της FIBA, η σελίδα της Ελλάδας κλείνει με μία φράση που τότε πέρασε απαρατήρητη. Η ομάδα, γράφουν, ανακάτευε βετεράνους με νέους και θα χρειαζόταν να κοιτάξει προς την κατεύθυνση του “refreshing the National Men’s Team program in the near future”. Να ανανεώσει, δηλαδή, το ίδιο το πρόγραμμα της Εθνικής Ανδρών, αν ήθελε να έχει θετική επίδραση στη διεθνή της θέση.

Η Ελλάδα είχε τερματίσει 15η με 2-3, χωρίς τον Γιάννη και χωρίς τον Μήτογλου.

Όσο ανατριχιαστικό και αν δείχνει αυτό σήμερα, το ακόμα πιο σημαντικό βρίσκεται στη λίστα από πάνω της. Οι πέντε παίκτες που ξεχώρισε η FIBA για την ελληνική ομάδα εκείνου του καλοκαιριού ήταν ο Γιάννης Παπαπέτρου, ο Τόμας Ουόκαπ, ο Γιαννούλης Λαρεντζάκης, ο Γιώργος Παπαγιάννης και (με την ηλικία σε παρένθεση, όπως κάνει η έκθεση για τα ανερχόμενα ταλέντα) ο Νίκος Ρογκαβόπουλος (22).

Τρία χρόνια μετά: ο Παπαπέτρου εκτός πλάνων. Ο Ουόκαπ εκτός, με το συμβόλαιό του σε δικαστική τροχιά. Ο Παπαγιάννης εκτός. Ο Λαρεντζάκης μέσα, στα 32 του. Και ο Ρογκαβόπουλος, το «ταλέντο των 22» της έκθεσης, είναι σήμερα 25 ετών, εξακολουθεί να θεωρείται το νέο αίμα της Εθνικής και έχασε την πρώτη μέρα της προετοιμασίας με πελματιαία απονεύρωση.

Πίσω του, στη λίστα των διαδόχων, δεν πρόλαβε να μπει σχεδόν κανείς.

Το ειρωνικό είναι ότι οι σκάουτερ της FIBA είχαν κλείσει με αισιοδοξία: επικαλέστηκαν τους 50 πόντους του ελληνικού πάγκου στην ανατροπή επί της Νέας Ζηλανδίας και έγραψαν ότι το μέλλον διαγράφεται μάλλον φωτεινό. Στην ίδια έκθεση, η Γερμανία περιγράφεται ως η ομάδα με ένα από τα βαθύτερα και πιο έμπειρα ρόστερ της διοργάνωσης, με ποιότητα σε κάθε θέση. Και ο Γκόρντον Χέρμπερτ να μοιράζει από περίπου είκοσι λεπτά σε κάθε ψηλό του, ώστε να φτάσει φρέσκος στα νοκ-άουτ.

Τρία χρόνια μετά, ο πυρήνας που θα παίξει με την Ουκρανία και την Ισπανία περιλαμβάνει τον ίδιο Παπανικολάου, τον ίδιο Καλάθη που είχε ξαναφορέσει τη φανέλα στο Παρίσι το 2024, και έναν Ντόρσεϊ που επιστρέφει ως νατουραλιζέ. Η έκθεση δεν έλεγε «η Ελλάδα δεν έχει παίκτες». Έλεγε «η Ελλάδα πρέπει να ανανεώσει το πρόγραμμά της». Είναι διαφορετικό πράγμα, και είναι το πράγμα που τελικά… δεν έγινε.

Το χάλκινο του EuroBasket 2025 ήταν πραγματική επιτυχία και δεν πρέπει να το μειώσουμε. Ταυτόχρονα, όμως, λειτούργησε σαν αναισθητικό. Όταν κερδίζεις μετάλλιο, κανείς δεν ρωτάει τι θα γίνει το 2029.

Οι ήττες από Ρουμανία και Πορτογαλία τον Ιούλιο, που άφησαν την Ελλάδα με 3-3 και την έστειλαν στη β’ φάση πίσω από πέντε ομάδες, ήταν το ξυπνητήρι που κανείς δεν είχε βάλει.

Τι θα δείξει το ΟΑΚΑ

Στις 28 Αυγούστου στη Ρίγα και στις 31 στο Τελεκόμ Σέντερ, η βαθμολογία θα μιλήσει για την πρόκριση στο Κατάρ. Κάτι άλλο, όμως, θα κρίνεται παράλληλα και δεν θα φαίνεται στο μπόξ σκορ.

Πόσα λεπτά θα δώσει ο Σπανούλης στον Μπαζίνα και στον Νετζήπογλου όταν το ματς μυρίσει μπαρούτι; Θα τους εμπιστευτεί στο τελευταίο πεντάλεπτο ή θα γυρίσει στη σιγουριά των 36άρηδων;

Η ανανέωση δεν είναι κάτι που ανακοινώνεται. Είναι μία απόφαση που παίρνεται σε πραγματικό χρόνο, με το κοινό να ουρλιάζει και με τον πάγκο να έχει και άλλες, ασφαλέστερες επιλογές.

Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη και μία τρίτη θέση στην κατάταξη των μικρών ηλικιών δεν φτιάχνει εθνική ομάδα. Φτιάχνει, όμως, υποψηφιότητα. Ο Ανδρέας Μπάρλος στα 16 του σκόραρε 33 πόντους στην Πολωνία με τους Παίδες. Ο Χατζηλάμπρου κουβάλησε την Εφήβων με 23 απέναντι στη Γαλλία. Ο Αβδάλας μαθαίνει μπάσκετ στο Τσάπελ Χιλ.

Αν αυτοί οι παίκτες βρουν στα 21 τους ένα παρκέ που τους περιμένει και όχι μια σειρά αναμονής πίσω από τον έβδομο ξένο, τότε το παράθυρο του Αυγούστου του 2026 θα θυμόμαστε ως τη στιγμή που η Ελλάδα κατάλαβε πού βρίσκεται η τρύπα στον αγωγό.

Και οι τρύπες, σε αντίθεση με τα ταλέντα, φτιάχνονται.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Παίξε για την πατρίδα σου…

Ένα 16χρονο παιδί, γεννημένο στο Βέλγιο και προπονούμενο στην Ισπανία, θύμισε σε όλους μας από ποια πλευρά διαβάζεται η φανέλα.

Ένα παιδί, που δεν το ξέραμε μέχρι πριν λίγες ημέρες, στα 16 του χρόνια, έριξε μία φράση που, όταν τη λες σε αυτή την ηλικία, βάζει σε σκέψεις ανθρώπους που κυκλοφορούν στα γήπεδα εικοσιπέντε και βάλε χρόνια! Ο Γιώργος Μοναμά έγραψε: «Μην παίζεις για το όνομα στην πλάτη σου, αλλά για την πατρίδα σου».

Δεν ακούστηκε σε κάποια συνέντευξη Τύπου, με μικρόφωνα μπροστά του και τον υπεύθυνο επικοινωνίας δίπλα του να μετράει τα λεπτά. Το έγραψε και το ανέβασε μόνος του, μετά το τέλος ενός Ευρωμπάσκετ Παίδων στο οποίο η Εθνική Ελλάδος τερμάτισε έκτη. Δηλαδή σε μια θέση που στη γλώσσα του βαθμολογικού πίνακα δεν λέει και τίποτα, αλλά στη γλώσσα της ανάπτυξης παικτών τα λέει όλα!

Το παιδί που ήρθε από… μακριά

Ας βάλουμε τα γεωγραφικά στη σειρά, γιατί βοηθούν. Γεννημένος στο Βέλγιο. Εκπαιδευμένος σε ισπανική ακαδημία, εκεί δηλαδή όπου το μπάσκετ αντιμετωπίζεται ως επιστήμη κι όχι ως ταλέντο που θα «βγει από μόνο του». Πρώτη συμμετοχή με τη γαλανόλευκη. Και μέσα σε αυτή την πρώτη φορά, 13,1 πόντοι, 4 ριμπάουντ, 3,4 ασίστ, 2 κλεψίματα, 1 τάπα και 14 στην αξιολόγηση σε 25,6 λεπτά.

Αυτά τα νούμερα δεν είναι «ωραία για την ηλικία του». Είναι νούμερα παίκτη που πήρε την μπάλα στα χέρια του σε διοργάνωση όπου κανείς δεν χαρίζει τίποτα, και δεν την έκρυψε. Ένας γκαρντ που παράγει, μοιράζει και αμύνεται ταυτόχρονα σε αυτή την ηλικία είναι σπάνιο είδος. Και συνήθως γίνεται σπανιότερο όσο μεγαλώνει, γιατί κάπου στα 18 του κάποιος του εξηγεί ότι «οι ασίστ δεν πουλάνε».

Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι το στατιστικό. Είναι ότι ένα παιδί με βελγικό διαβατήριο, ισπανική καθημερινότητα και όλες τις πόρτες ανοιχτές μπροστά του, επέλεξε να μιλήσει για την πατρίδα σαν να μιλάει για κάτι αυτονόητο. Δεν το φόρτωσε με πάθος, ούτε με πατριδογνωσία. Το είπε κι έκλεισε το θέμα…

Ο καθρέφτης της πλάτης

Ζούμε στην εποχή που ο αθλητής μαθαίνει να χτίζει το «brand» του πριν μάθει να χτίζει το σουτ του. Το highlight πάει πάνω από τη νίκη, το reel πάνω από το ματς, το προφίλ πάνω από τον ίδιο τον παίκτη. Δεν κατηγορώ κάποιον, απλάα περιγράφω την εποχή: όταν ο αλγόριθμος πληρώνει καλύτερα από το ίδιο το πρωτάθλημα, όλοι κοιτάζουν προς τα εκεί που πέφτουν οι προβολείς.

Και κάπου εκεί αρχίσαμε να διαβάζουμε τη φανέλα ανάποδα. Το όνομα στην πλάτη έγινε βιογραφικό. Η φανέλα έγινε το φόντο. Η Εθνική ομάδα, από τιμή, μετατράπηκε σε παράθυρο προβολής: Μια βιτρίνα με καλό φωτισμό, όπου πας για να σε δουν οι σκάουτερ και φεύγεις πριν αρχίσει το δύσκολο κομμάτι. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ για παραδείγματα. Κάθε καλοκαίρι, σε πολλές χώρες, το τηλέφωνο της ομοσπονδίας κατά την κλήση των εθνικών ομάδων γεμίζει με ευγενικές αρνήσεις παικτών που όλες αρχίζουν με το «φέτος δυστυχώς δεν θα μπορώ…».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν έρχεται ένας δεκαεξάχρονος και λέει, με τη σιγουριά που μόνο τα δεκαέξι επιτρέπουν, ότι το μπροστά μέρος της φανέλας βαραίνει περισσότερο από το πίσω. Πες το κλισέ αν θέλεις. Πες το και ρομαντισμό. Δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι η μοναδική πρόταση που κρατάει όρθιο ένα άθλημα σε χώρες που δεν έχουν ούτε πληθυσμό ούτε τον προϋπολογισμό για να αγοράσουν μια επιτυχία…

Η πατρίδα είναι θέμα επιλογής

Κάθε τόσο έχουμε τη συζήτηση για το ποιος «δικαιούται» να φοράει το εθνόσημο και ποιος απλώς το… δανείζεται για δύο παράθυρα. Το μήνυμα του Μοναμά δίνει μια ισχυρή απάντηση: η πατρίδα δεν είναι θέμα διαβατηρίου, είναι θέμα επιλογής. Και οι επιλογές δεν γίνονται στα 25, όταν έχει στεγνώσει η αγορά. Γίνονται στα 15 και στα 16, τότε που ένα παιδί αποφασίζει αν η φανέλα με την σημαία μπροστά είναι στόχος ή απλά κάποιος ενδιάμεσος σταθμός.

Το ερώτημα, βέβαια, γυρίζει και προς την άλλη πλευρά: τι κάνει η εκάστοτε ομοσπονδία για να αξίζει αυτή η επιλογή; Γιατί το να ζητάς από ένα παιδί την «καρδιά» του ενώ του προσφέρεις τρεις προπονήσεις στο πόδι, ένα φιλικό της τελευταίας στιγμής και μια αποστολή που ανακοινώνεται μια βδομάδα πριν, είναι σαν να ζητάς από κάποιον να ερωτευτεί μέσω SMS (ή messenger ή DM για να έρθουμε σε πιο πρόσφατα… μονοπάτια). Η αφοσίωση δεν επιβάλλεται με ανακοινώσεις. Χτίζεται με δομές, με σχεδιασμό, με ανθρώπους που θυμούνται τα παιδιά και τον Νοέμβριο, όχι μόνο τον Ιούλιο.

Και μετά;

Ο Μοναμά είναι 16 ετών. Μπροστά του υπάρχουν τραυματισμοί, μεταγραφές, ατζέντηδες, προπονητές που θα τον λατρέψουν και προπονητές που θα τον αφήσουν στον πάγκο για λόγους που ούτε ο ίδιος θα καταλάβει. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή η φράση θα αντέξει μέχρι τα 24 του και θα ήταν άδικο να του τη χρεώσουμε σαν συμβόλαιο εφ’ όρου ζωής.

Αυτό που ξέρουμε είναι πως, τον Αύγουστο του 2026, ένα παιδί που μπορούσε να μιλήσει για τον εαυτό του διάλεξε να μιλήσει για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Κι αν αυτό σας ακούγεται μικρό, δοκιμάστε να θυμηθείτε πόσοι ενήλικες, με πολύ περισσότερα λεφτά και πολύ λιγότερα δικαιολογητικά, δεν το έκαναν ποτέ.

Η πλάτη γράφει ποιος είσαι. Το μπροστά μέρος γράφει από πού είσαι. Και στα σπουδαία ματς, αυτά που τα θυμάσαι είκοσι χρόνια μετά, πάντα κερδίζει το δεύτερο.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Η Εθνική Ελλάδας κοιτάζεται στον καθρέφτη

Υπάρχουν παράθυρα που περνάνε σαν αγγαρεία, όπως οι βαρετές Δευτέρες, και υπάρχουν παράθυρα που σε κοιτάζουν στα μάτια και σε βάζουν στα δύσκολα. Το φετινό παράθυρο του Αυγούστου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Η Εθνική Ελλάδας επιστρέφει στη δράση για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2027 με ρεκόρ 3-3, εκτός των τριών θέσεων που οδηγούν στο Κατάρ, και με ένα πρόγραμμα που μέσα σε τέσσερις ημέρες τη στέλνει στη Ρίγα απέναντι στην Ουκρανία και την επιστρέφει στην Αθήνα απέναντι στην Ισπανία.

Και όλα αυτά χωρίς τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Που είναι (ας το πούμε όπως είναι) σαν να ζητάς από κάποιον να ανέβει τον Όλυμπο και να του δίνεις έναν χάρτη χωρίς την κορυφή.

Χωρίς τον Γιάννη… και όχι μόνο

Ο Βασίλης Σπανούλης ανακοίνωσε 17 παίκτες για τα δύο παιχνίδια, με τη μεγάλη είδηση να είναι η απουσία του 31χρονου σταρ. Ο ίδιος είχε αφήσει ανοιχτή την πόρτα τον Ιούλιο, δηλώνοντας πως εφόσον κληθεί θα βρίσκεται στη διάθεση της Εθνικής. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα της ισπανικής AS, οι Μαϊάμι Χιτ τον θέλουν νωρίς στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο για την προσαρμογή του στο νέο του περιβάλλον όσο και για μια σωστή προετοιμασία μετά από σεζόν με τραυματισμούς. Η λογική του συλλόγου είναι απολύτως κατανοητή. Η λογική του ομίλου της Ελλάδας όμως, δεν κάνει εκπτώσεις για κανέναν.

Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν σταματά εκεί. Εκτός προεπιλογής βρίσκονται επίσης οι Κώστας Σλούκας, Τόμας Γουόκαπ και Γιώργος Παπαγιάννης. Τρεις παίκτες με μεγάλες παραστάσεις και ουσιαστικό ρόλο τα προηγούμενα χρόνια, με τον τελευταίο να προέρχεται από σοβαρό τραυματισμό και να μην έχει επιστρέψει ακόμη στη δράση από το προηγούμενο παράθυρο. Εκτός και οι Νεοκλής Αβδάλας και Αλέξανδρος Σαμοντούροβ, που συνεχίζουν πλέον την πορεία τους στο NCAA.

Υπάρχουν, ευτυχώς, και σημαντικές επιστροφές. Ο Νικ Καλάθης ξαναμπαίνει στις κλήσεις, όπως και ο Τάιλερ Ντόρσεϊ, ενώ διαθέσιμοι είναι επίσης οι Ντίνος Μήτογλου, Νίκος Ρογκαβόπουλος, Θανάσης και Κώστας Αντετοκούνμπο.

Αναλυτικά η προεπιλογή: Κώστας Παπανικολάου, Νικ Καλάθης, Κώστας Αντετοκούνμπο, Θανάσης Αντετοκούνμπο, Ντίνος Μήτογλου, Γιαννούλης Λαρεντζάκης, Τάιλερ Ντόρσεϊ, Παναγιώτης Καλαϊτζάκης, Βασίλης Τολιόπουλος, Δημήτρης Μωραΐτης, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Όμηρος Νετζήπογλου, Νίκος Ρογκαβόπουλος, Δημήτρης Φλιώνης, Αντώνης Καραγιαννίδης, Νάσος Μπαζίνας, Νίκος Περσίδης.

Ο λογαριασμός του Ιουλίου ήρθε τον Αύγουστο

Ας μη γελιόμαστε: η Ελλάδα θα μπορούσε να μπαίνει στη δεύτερη φάση από εντελώς διαφορετική αφετηρία. Οι διαδοχικές ήττες από Ρουμανία και Πορτογαλία τον Ιούλιο ήταν κάτι παραπάνω από δύο άσχημα βράδια. Ήταν δύο πληρωμές λογαριασμών που μετατέθηκαν, όμως στη FIBA δεν αρέσουν οι βερεσέδες.

Γιατί εδώ βρίσκεται το σκληρό κομμάτι του κανονισμού: όλα τα αποτελέσματα της πρώτης φάσης μεταφέρονται αυτούσια στη δεύτερη. Η Ελλάδα κουβαλά μαζί της ό,τι έχασε και δεν πρόκειται να ξανασυναντήσει ούτε την Πορτογαλία ούτε το Μαυροβούνιο για να πάρει ρεβάνς. Οι ομάδες των δύο ομίλων που ενώθηκαν παίζουν μόνο απέναντι στους τρεις νέους αντιπάλους τους. Για την Εθνική αυτοί ακούνε στα ονόματα Ισπανία, Ουκρανία, Γεωργία.

Με άλλα λόγια, ό,τι έσπασε τον Ιούλιο δεν κολλιέται. Μπορεί μόνο να αντισταθμιστεί.

Η βαθμολογία μιλάει χωρίς περιστροφές

  1. Ισπανία 5-1
  2. Ουκρανία 4-2
  3. Μαυροβούνιο 4-2
  4. Πορτογαλία 3-3
  5. Ελλάδα 3-3
  6. Γεωργία 3-3

Οι τρεις πρώτες παίρνουν εισιτήριο για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2027. Η Ελλάδα είναι πέμπτη. Δεν είναι καταστροφή, δεν είναι όμως και θέση από την οποία διαλέγεις εσύ πότε θα σοβαρευτείς.

Ουκρανία: το ματς που μετράει διπλά

Στις 28 Αυγούστου στη Ρίγα, η γαλανόλευκη δίνει το πρώτο της παιχνίδι στη δεύτερη φάση και ίσως το σημαντικότερο ολόκληρης της διαδρομής.

Η αριθμητική είναι απλή και ανελέητη. Νίκη σημαίνει ότι οι δύο ομάδες εξισώνονται στο 4-3 και η Ελλάδα ξαναμπαίνει με αξιώσεις στη μάχη της τριάδας. Ήττα σημαίνει Ουκρανία στο 5-2, Ελλάδα στο 3-4, διαφορά δύο νικών και μόλις πέντε αγώνες για να καλυφθεί.

Στα προκριματικά, τα παιχνίδια με τους άμεσους ανταγωνιστές είναι κάτι πέρα από δύο απλοί βαθμοί. Είναι βαθμοί που παίρνεις εσύ και δεν τους παίρνει ο άλλος. Μετράνε δηλαδή διπλά. Συν το πλεονέκτημα των μεταξύ τους αγώνων αν χρειαστεί να μετρήσουμε ισοβαθμίες τον Μάρτιο του 2027. Και θα χρειαστεί. Σχεδόν πάντα χρειάζεται.

Και τρεις μέρες μετά, η Ισπανία

Στις 31 Αυγούστου η ομάδα του Σπανούλη επιστρέφει στην Αθήνα για να υποδεχθεί την Ισπανία, που ξεκινά τη δεύτερη φάση από θέση ισχύος με 5-1.

Η ισπανική προεπιλογή περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους Σάντι Αλντάμα, Χουάντσο και Γουίλι Ερνανγκόμεθ, Ούγκο Γκονθάλεθ, Σέρχιο ντε Λαρέα, Αντάι Μάρα, Χάιμε Πραδίγια και Δαρίο Μπριθουέλα. Δηλαδή έναν συνδυασμό διεθνούς εμπειρίας και νεανικού ταλέντου που η ισπανική ομοσπονδία παράγει με την ίδια σταθερότητα που το ελληνικό μπάσκετ παράγει συζητήσεις για το τι θα γινόταν αν.

Το ματς είναι, στα χαρτιά, το δυσκολότερο του παραθύρου. Είναι όμως και εκείνο με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία. Μια νίκη επί της Ισπανίας μέσα στην Αθήνα δεν θα ήταν μόνο μια ωραία βραδιά. Θα άλλαζε τις ισορροπίες ολόκληρου του ομίλου και θα έδινε στην Εθνική περιθώριο ανάσας για τα παράθυρα του Νοεμβρίου και του Φεβρουαρίου.

Το πρόγραμμα μέχρι το τέλος

  • 28 Αυγούστου 2026: Ουκρανία, εκτός έδρας
  • 31 Αυγούστου 2026: Ισπανία, εντός έδρας
  • 26 Νοεμβρίου 2026: Γεωργία, εντός έδρας
  • 29 Νοεμβρίου 2026: Ισπανία, εκτός έδρας
  • 26 Φεβρουαρίου 2027: Ουκρανία, εντός έδρας
  • 1 Μαρτίου 2027: Γεωργία, εκτός έδρας

Πόσες νίκες θέλει; Και, κυρίως, ποιες

Για να τα λέμε απλά: Μαγικός αριθμός που να εξασφαλίζει μαθηματικά την πρόκριση δεν υπάρχει, γιατί θα μιλήσουν και τα υπόλοιπα αποτελέσματα και οι ισοβαθμίες. Υπάρχει όμως μια απλή αριθμητική.

Τέσσερις νίκες στα έξι παιχνίδια σημαίνουν ολοκλήρωση των προκριματικών στο 7-5. Πέντε νίκες σημαίνουν 8-4 και σαφώς ισχυρότερες πιθανότητες για την τριάδα.

Μεγαλύτερη σημασία από το πλήθος, ωστόσο, έχει ο αντίπαλος που θα κερδίσεις. Οι δύο αναμετρήσεις με την Ουκρανία και οι δύο με τη Γεωργία (που ξεκινά κι εκείνη από το 3-3) είναι τα ματς που θα κρίνουν, γιατί εκεί οι βαθμοί δεν προστίθενται μόνο, αλλά αφαιρούνται και από τους άλλους. Στη γλώσσα των προκριματικών, αυτό λέγεται με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια.

Ο κορμός που έμεινε

Η επίσημη αγαπημένη πλήρωσε ακριβά τον Ιούλιο και το ξέρει. Έμεινε χωρίς περιθώριο για κακό ξεκίνημα, χωρίς τον καλύτερο παίκτη του πλανήτη και με τέσσερις-πέντε ακόμη σημαντικές απουσίες. Ο πνιγμένος, λένε, από τα μαλλιά του πιάνεται. Η Ελλάδα, ευτυχώς, έχει από πού να πιαστεί.

Γιατί ο κορμός που απομένει δεν είναι κορμός συγκυρίας. Ο Καλάθης προσθέτει δημιουργία και ψυχραιμία σε μια περιφέρεια που τον χρειαζόταν. Ο Ντόρσεϊ δίνει την καθαρή λύση στο σκοράρισμα, εκείνον που μπορεί να βάλει τρία σερί σουτ και να γυρίσει ένα ματς σε ενενήντα δευτερόλεπτα. Παπανικολάου, Μήτογλου, Λαρεντζάκης, Ρογκαβόπουλος και Τολιόπουλος έχουν συνολικά τόσες παραστάσεις υψηλού επιπέδου που δύσκολα θα τους τρομάξει μια εντός έδρας βραδιά με την Ισπανία ή ένα ουδέτερο παρκέ στη Ρίγα.

Η Εθνική Ελλάδας έχει άλλωστε μια μακρά παράδοση στο να μοιάζει λειψή στα χαρτιά και ολόκληρη στο παρκέ. Αυτό δεν αποτελεί εγγύηση, υπάρχει όμως προηγούμενο.

Στις 28 Αυγούστου, λοιπόν, παίζεται το αν αυτή η ομάδα θα κυνηγάει ή θα κυνηγιέται μέχρι τον Μάρτιο. Και αν υπάρχει κάτι που έχει μάθει το ελληνικό μπάσκετ όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι τις πιο δύσκολες βραδιές τις έχει κερδίσει σχεδόν πάντα όταν του τις είχαν ήδη χρεώσει ως χαμένες.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Για κάθε Μαρίνα και κάθε Λίσα…

Δύο έφηβες αθλήτριες, τρία μετάλλια σε τρεις εβδομάδες… και η υποχρέωση να αποδείξουν πού ανήκουν

Υπάρχει μια παλιά κουβέντα που τη λέγαμε κάποτε στα καφενεία και τώρα τη γράφουμε σε λεζάντες: «όποιος δεν έχει να πει κάτι, φωνάζει πιο δυνατά». Την τελευταία εβδομάδα, δύο κορίτσια, ένα 17χρονο στη Λεμεσό και ένα 16χρονο στη Θεσσαλονίκη, αναγκάστηκαν να φωνάξουν κι εκείνα. Όχι για να πουν κάτι για τον εαυτό τους. Αλλά για να απαντήσουν σε ανθρώπους που ενώ είδαν το χρώμα των μεταλλιών, αποφάσισαν να ασχοληθούν με κάτι εντελώς διαφορετικό…

Η Μαρίνα Χατζηκώστα κατέκτησε στα μέσα Ιουλίου το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κ18 στη Ριέτι της Ιταλίας, με βολή 56,17 μέτρα στη δισκοβολία. Το τέταρτο συνολικά χρυσό της Κύπρου σε Ευρωπαϊκά Κ18, και όλα (να σημειωθεί) στις ρίψεις. Τρεις εβδομάδες αργότερα, στο Παγκόσμιο Κ20 του Όρεγκον, πρόσθεσε και το χάλκινο. Η Λίσα Ιτόγια, γκαρντ του Παναθλητικού Συκεών, μπήκε στα Ιωάννινα και έβγαλε 19,3 πόντους μέσο όρο στο EuroBasket U16 Β’ Κατηγορίας. 20 στον ημιτελικό με τη Νορβηγία, 14 στον τελικό με την Ισλανδία, μαζί με τις κρίσιμες βολές στο 37′, εκεί που το ματς μύριζε καμένο. Η Εθνική Κορασίδων της Ελλάδας κέρδισε 75-72 και ανέβηκε στην Α’ Κατηγορία.

Αυτά είναι τα γεγονότα. Και τώρα τα «σχόλια».

Το Βαρώσι, η Πάχνα και η αριθμητική της υποκρισίας

Η Μαρίνα γεννήθηκε στη Λεμεσό τον Φεβρουάριο του 2009 και υιοθετήθηκε από τη Σιμόνη Παπαλεοντίου Χατζηκώστα και τον Σάββα Χατζηκώστα. Η βιολογική της μητέρα κατάγεται από την Πολωνία, ο βιολογικός της πατέρας από τη Νιγηρία. Η μητέρα που τη μεγάλωσε εκτοπίστηκε από το Βαρώσι και βρέθηκε στη Λεμεσό το 1974. Ο πατέρας που τη μεγάλωσε είναι Λεμεσιανός, με ρίζες στην Πάχνα και στην Ακαπνού.

Ας το αφήσουμε λίγο αυτό να κατακαθίσει. Μια οικογένεια που ξέρει τι σημαίνει να σου ζητούν αποδείξεις για το πού ανήκεις, επειδή σου πήραν το σπίτι, μεγάλωσε ένα παιδί στο οποίο σήμερα ζητούν αποδείξεις για το πού ανήκει, επειδή δεν τους κάνει το… χρώμα. Το είπε μόνη της, χωρίς δικηγόρους και χωρίς επικοινωνιολόγους: «Το πόσο Κύπρια είμαι, το δείχνουν τα αποτελέσματά μου και η ανθρωπιά μου.» Δεκαεπτά χρονών παιδί, και έχει καταλάβει καλύτερα από πολλούς ενήλικες τι σημαίνει ταυτότητα.

Η ίδια θύμισε ότι δεν είναι η πρώτη. Ανέφερε τον Μίλαν Τραϊκόβιτς, έναν αθλητή που έτρεξε, πόνεσε και σήκωσε την κυπριακή σημαία σε Ολυμπιακούς Αγώνες, και που παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε κάποια στιγμή να ακούσει κι αυτός την ίδια βλακεία. Στην Κύπρο έχουμε αναπτύξει μια περίεργη λογιστική: το μετάλλιο είναι πάντα «δικό μας», ο αθλητής γίνεται «ξένος» μόνο όταν χρειαστεί να τον μειώσουμε.

«Η μισή Ελλάδα μπορεί να με μισεί»

Η Ιτόγια απάντησε μέσα από ένα story στο Instagram, με μια ωριμότητα που θα ζήλευαν επαγγελματίες τριαντάρηδες. Είναι Ελληνονιγηριανή. Θα μπορούσε, όπως εξήγησε, να αγωνίζεται στη Νιγηρία. Διάλεξε, όπως γράφει, «τη χώρα που αποκαλώ σπίτι μου», τη χώρα όπου γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Το πιο θλιβερό στην ιστορία δεν είναι καν τα σχόλια. Είναι ο χρονισμός τους. Δεν ήρθαν όταν έχασε. Ήρθαν όταν κέρδιζε. Ο ρατσισμός στον αθλητισμό δεν είναι κριτική επίδοσης, είναι ενόχληση από την επιτυχία. Γιατί όσο η Ιτόγια ήταν μια άγνωστη γκαρντ στις Συκιές, δεν ενοχλούσε κανέναν. Άρχισε να ενοχλεί όταν έγινε η πρώτη σκόρερ της Εθνικής.

Υπάρχει και μια δεύτερη ειρωνεία, πικρότερη. Πολλοί από αυτούς που στοχοποιούν σήμερα μια 16χρονη φώναζαν πριν λίγα χρόνια «Greek Freak» με το χέρι στην καρδιά. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο δεν έγινε αποδεκτός επειδή άλλαξε κάτι στην καταγωγή του. Έγινε αποδεκτός επειδή έγινε MVP και πρωταθλητής του NBA. Μεταφράζοντας: η ένταξη προσφέρεται, αλλά όχι δωρεάν. Το εισιτήριο κοστίζει ένα δαχτυλίδι.

Δεν είναι «απλά σχόλια»

Υπάρχει η βολική άποψη ότι όλα αυτά είναι «τέσσερις γραφικοί στο πληκτρολόγιο». Δεν είναι. Ο ρατσισμός στα σόσιαλ έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τη γιούχα στην εξέδρα: στέλνει σε ένα παιδί το μήνυμα ότι όσο κι αν προπονηθεί, θα κρίνεται με άλλο μέτρο. Και ξέρετε τι κάνουν τα παιδιά που ακούν αυτό το μήνυμα αρκετές φορές; Τα παρατάνε. Δεν το ανακοινώνουν, δεν βγάζουν story. Απλώς σταματούν να πηγαίνουν προπόνηση, και εμείς μετά αναρωτιόμαστε γιατί μια χώρα με ταλέντα βγάζει τόσο λίγους πρωταθλητές.

Ο αθλητισμός, ας μη γελιόμαστε, είναι ίσως ο πιο ειλικρινής θεσμός που έχουμε. Το μέτρο δεν διαπραγματεύεται. Ο δίσκος προσγειώνεται στα 56,17 μέτρα ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο σχολιαστής στο Facebook. Το τρίποντο μπαίνει ή δεν μπαίνει. Γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο ενοχλητικός για όσους έχουν χτίσει τον κόσμο τους πάνω σε ιεραρχίες που δεν αντέχουν στο χρονόμετρο.

Τι μπορεί να γίνει… και τι δεν είναι αρκετό

Η Μαρίνα ζήτησε από την πολιτεία να ασχοληθεί σοβαρά. Έχει δίκιο, και το «σοβαρά» έχει σημασία, γιατί η συνήθης αντίδραση είναι μια ανακοίνωση με τρία επίθετα και ένα hashtag.

Σοβαρά σημαίνει: ομοσπονδίες με σαφή διαδικασία καταγγελίας και υποστήριξης του αθλητή. Όχι να μένει ένα 16χρονο παιδί να απαντά μόνο του, νύχτα, από το κινητό του. Σημαίνει σωματεία που εκπαιδεύουν προπονητές και γονείς, γιατί ο ρατσισμός στα μίνι πρωταθλήματα ξεκινά από την κερκίδα και όχι από το παρκέ. Σημαίνει διαχείριση των επίσημων σελίδων: όταν αφήνεις ένα σχόλιο να στέκεται κάτω από τη φωτογραφία μιας αθλήτριάς σου, το υπογράφεις. Και δεν θα χρειαστεί το θέμα να φτάσει στην δημοσιότητα ώς το viral της ημέρας.

Η καλή είδηση

Και όμως. Μέσα σε όλα, η εικόνα των ημερών δεν είναι τα σχόλια. Είναι μια δεκαεπτάχρονη που βούρκωσε στο βάθρο ακούγοντας τον ύμνο στην Ιταλία. Είναι μια δεκαεξάχρονη που ευστόχησε σε δύο βολές με το γήπεδο των Ιωαννίνων να τρέμει και την Ισλανδία στους εννιά πόντους. Είναι δύο κορίτσια που, αντί να απαντήσουν με μίσος, απάντησαν με μία πρόταση η καθεμιά και μετά γύρισαν στη δουλειά τους.

Ο ρατσιστής θέλει να ορίσει ποιος ανήκει κάπου. Ο αθλητής όμως είναι αυτός που το αποδεικνύει. Και σε αυτό το παιχνίδι, με όλο τον σεβασμό, ο πρώτος δεν έχει καμία ελπίδα. Γιατί σε πενήντα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται ένα σχόλιο. Όμως στα αρχεία της European Athletics και της FIBA τα ονόματα Χατζηκώστα και Ιτόγια, με τις σημαίες της Κύπρου και της Ελλάδας δίπλα τους, θα είναι γραμμένα με μελάνι που δεν σβήνει.

Τα κορίτσια απάντησαν. Σειρά μας τώρα…

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Το γήπεδο δεν σπάει μόνο του

Ένα γήπεδο στην ιδιαίτερη μου πατρίδα βρέθηκε κατεστραμμένο. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ο χώρος ενός Δημοτικού Σχολείου στην σημερινή μου περιοχή είχε πάθει τα ίδια. Και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, οι δράστες ήταν παιδιά.

Από εκεί και πέρα ακολουθεί το γνωστό τελετουργικό. Οι φωτογραφίες, η αγανάκτηση στα σχόλια, η ανακοίνωση, το κονδύλι, το συνεργείο, τα καινούρια δίχτυα. Και σε λίγους μήνες, πάλι από την αρχή. Το έχουμε παίξει τόσες φορές αυτό το έργο, που θα μπορούσαμε να το ανεβάσουμε και στο θέατρο. Με ελεύθερη είσοδο, εννοείται. Τα εισιτήρια τα πληρώνουμε ούτως ή άλλως όλοι μας, από αλλού.

Ο θυμός είναι το εύκολο κομμάτι

Η πρώτη αντίδραση μπροστά σε τέτοιες εικόνες είναι πάντα η ίδια. Πώς είναι δυνατόν ένα παιδί να διαλύει τον χώρο που φτιάχτηκε για το ίδιο; Πώς σπάει το καλάθι κάτω από το οποίο έπαιζε το προηγούμενο απόγευμα;

Ο θυμός είναι κατανοητός. Είναι όμως και φθηνός. Δεν κοστίζει τίποτα, δεν επισκευάζει τίποτα και, το κυριότερο, δεν αλλάζει τίποτα. Είναι το συναισθηματικό ισοδύναμο του να βάφεις τον τοίχο χωρίς να ψάχνεις από πού μπαίνει η υγρασία.

Ίσως λοιπόν το σωστό ερώτημα να μην είναι τι συμβαίνει στα παιδιά μας. Αλλά τι βλέπουν τα παιδιά μας να συμβαίνει γύρω τους.

Κανείς δεν γεννιέται πολίτης

Κανένα παιδί δεν έρχεται στον κόσμο γνωρίζοντας τι σημαίνει δημόσια περιουσία, συλλογική ευθύνη ή κοινόχρηστος χώρος. Αυτές οι έννοιες δεν κληρονομούνται μαζί με το επίθετο. Καλλιεργούνται, όπως ακριβώς καλλιεργείται μια τεχνική δεξιότητα: με επανάληψη, με όρια, με παράδειγμα και με συνέπειες.

Ένα παιδί μαθαίνει να σέβεται το γήπεδο όταν καταλάβει ότι το γήπεδο δεν είναι κάτι ξένο και απρόσωπο. Είναι ο χώρος όπου παίζει το ίδιο, οι φίλοι του, τα μικρότερα της γειτονιάς. Είναι κάτι που έγινε με κόπο, με χρήματα και με δουλειά ανθρώπων. Όταν το καταστρέφει, η ζημιά δεν γίνεται σε έναν αόριστο «δήμο» ή σε κάποια μακρινή αρχή. Γίνεται στην ίδια του την αλάνα.

Αυτό όμως πρέπει κάποιος να του το πει. Και μετά να του το ξαναπεί.

Το σπίτι, εκεί που στήνεται το θεμέλιο

Η πρώτη και μεγαλύτερη ευθύνη ανήκει στους γονείς. Όχι επειδή μπορούν να ελέγχουν κάθε ώρα της ημέρας (δεν μπορούν και δεν πρέπει), αλλά επειδή μέσα στο σπίτι σχηματίζεται η πρώτη αντίληψη για το τι επιτρέπεται και τι όχι.

Η ευσυνειδησία αρχίζει από τα μικρά και τα βαρετά. Από το να μαζέψει το παιδί αυτό που έριξε. Από το να προσέξει ένα αντικείμενο που δεν του ανήκει. Από το να αναλάβει ένα λάθος χωρίς να στηθεί αμέσως ολόκληρο δικηγορικό γραφείο υπεράσπισης γύρω του.

Γιατί το παιδί που προστατεύεται από κάθε συνέπεια δεν μαθαίνει υπευθυνότητα. Μαθαίνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: ότι πάντα θα υπάρχει κάποιος άλλος να πληρώσει, να απολογηθεί και να βρει τη δικαιολογία. Η αγάπη δεν είναι να απαλλάσσεις το παιδί από την ευθύνη. Είναι να το βοηθάς να τη σηκώσει σε μέγεθος που αντέχει.

Και αν προκαλέσει ζημιά, μια τιμωρία άσχετη με την πράξη δεν διδάσκει τίποτα. Πολύ μεγαλύτερη αξία έχει να βρεθεί το παιδί στον χώρο που κατέστρεψε, με σφουγγάρι ή πινέλο στο χέρι, να δει πόσες ώρες και πόσα ευρώ χρειάζονται για να ξαναγίνει αυτό που ήταν. Η συνέπεια δεν υπάρχει για να ταπεινώνει. Υπάρχει για να εξηγεί.

Το σχολείο: η αγωγή του πολίτη δεν είναι κεφάλαιο, είναι συνήθεια

Η αγωγή του πολίτη δεν χωράει σε δέκα σελίδες ενός βιβλίου και σε ένα διαγώνισμα τον Φεβρουάριο. Πρέπει να βιώνεται. Παιδιά που αναλαμβάνουν τη φροντίδα συγκεκριμένων χώρων, που συμμετέχουν σε δράσεις καθαρισμού, που μαθαίνουν πώς χρηματοδοτούνται και πώς συντηρούνται οι δημόσιες υποδομές, αποκτούν κάτι που δεν διδάσκεται αλλιώς: σχέση με τον τόπο τους.

Και είναι πολύ πιο δύσκολο να σπάσεις κάτι που έχεις βοηθήσει να σταθεί όρθιο.

Τα αποδυτήρια είναι κι αυτά προπόνηση

Οι προπονητές έχουν ρόλο διαφορετικό αλλά εξίσου καθοριστικό. Ο αθλητισμός δεν είναι μόνο τεχνική, τακτική και αποτέλεσμα. Είναι καθημερινό εργαστήριο συμπεριφοράς.

Το πώς αφήνει ένα παιδί τα αποδυτήρια, το αν μαζεύει τις μπάλες, το αν πετάει το μπουκάλι στον κάδο ή στην κερκίδα, είναι μέρος της προπόνησης. Δεν βγάζει νόημα να διδάσκουμε πειθαρχία μέσα στις γραμμές και να σφυρίζουμε αδιάφορα για ό,τι γίνεται δύο μέτρα έξω από αυτές.

Το γήπεδο δεν ανήκει στην ομάδα. Της παραχωρείται προσωρινά. Και πρέπει να παραδοθεί στους επόμενους στην ίδια ή σε καλύτερη κατάσταση. Αυτή είναι μια φράση που θα άξιζε να ακούγεται σε κάθε ακαδημία, όσο συχνά ακούγεται και το «κλείσε το ριμπάουντ».

Τα παιδιά δεν ακούν. Παρατηρούν

Εδώ είναι το πιο άβολο σημείο του κειμένου.

Ο Άλμπερτ Μπαντούρα το είχε δείξει πειραματικά ήδη από τη δεκαετία του ’60: τα παιδιά δεν μαθαίνουν κυρίως από όσα τους λέμε, αλλά από όσα μας βλέπουν να κάνουμε. Όταν λοιπόν βλέπουν ενήλικες να πετούν σκουπίδια από το παράθυρο του αυτοκινήτου, να παρκάρουν πάνω σε ράμπες, να χαλούν ό,τι είναι δημόσιο επειδή «δεν είναι κανενός», ποιο ακριβώς μάθημα παίρνουν;

Δεν μπορούμε να ζητούμε από τα παιδιά να σέβονται μια κοινωνία που οι ίδιοι οι ενήλικες αντιμετωπίζουν σαν ξενοδοχείο.

Και υπάρχει και η άλλη πλευρά, αυτή που περιέγραψαν οι Ουίλσον και Κέλινγκ με τη θεωρία των σπασμένων τζαμιών: ο χώρος που μένει σπασμένος, βρώμικος και παρατημένος στέλνει μόνος του το μήνυμα ότι κανείς δεν νοιάζεται. Και όπου δεν νοιάζεται κανείς, όλα επιτρέπονται. Η εγκατάλειψη είναι κι αυτή μια μορφή βανδαλισμού. Απλώς γίνεται πιο αργά και δεν βγάζει τίτλους.

Κάμερες, περιφράξεις και άλλα ημίμετρα

Θα ακουστεί (και ακούγεται ήδη) ότι χρειαζόμαστε κάμερες, ψηλότερες περιφράξεις και βαρύτερες ποινές. Μπορεί να βοηθήσουν. Μπορεί να περιορίσουν προσωρινά κάποιες πράξεις.

Ευσυνείδητους ανθρώπους όμως δεν φτιάχνουν. Η κάμερα δεν διδάσκει σεβασμό. Καταγράφει την απουσία του.

Και μια κουβέντα με τα ίδια τα παιδιά

Ο βανδαλισμός σπανίως είναι πράξη χωρίς αιτία. Από κάτω μπορεί να κρύβεται ανάγκη για προσοχή, θυμός, πίεση, η επιθυμία να ανήκεις σε μια παρέα ή να δείξεις δύναμη σε ηλικία που η δύναμη είναι το μόνο νόμισμα με αξία.

Το να καταλάβεις γιατί έγινε κάτι δεν σημαίνει ότι το δικαιολογείς. Σημαίνει ότι, εκτός από τη ζημιά, προσπαθείς να αποτρέψεις και την επόμενη.

Το να χαρακτηρίσεις ένα παιδί «κακό» ή «αδιόρθωτο» είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο και το πιο άχρηστο. Το δύσκολο είναι να του δείξεις τι ακριβώς έκανε, ποιον έβλαψε και πώς επανορθώνει.

Το χωριό ολόκληρο

Δεν υπάρχει μία ενέργεια που λύνει το πρόβλημα. Χρειάζεται κοινή γραμμή από την οικογένεια, το σχολείο, τα σωματεία, τις τοπικές αρχές και τη γειτονιά. Τα παιδιά πρέπει να ακούν παντού το ίδιο μήνυμα, με τα ίδια λόγια: ο κοινός χώρος είναι και δικός σου. Έχεις δικαίωμα να τον χρησιμοποιείς και υποχρέωση να τον προστατεύεις.

Οι Αφρικανοί το λένε πιο απλά: χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Εμείς, που μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες ζούσαμε ακριβώς έτσι, με τη γειτόνισσα να έχει δικαίωμα να σου κάνει παρατήρηση και τη μάνα σου να τη δικαιώνει, το ξεχάσαμε κάπου στη διαδρομή.

Επίλογος, με το πινέλο στο χέρι

Το κατεστραμμένο γήπεδο θα επισκευαστεί. Το ίδιο και ο χώρος του σχολείου. Αν όμως αποκαταστήσουμε τους τοίχους χωρίς να αγγίξουμε την κουλτούρα που επέτρεψε το σπάσιμό τους, τότε απλώς προγραμματίζουμε την επόμενη επισκευή.

Και όμως, υπάρχει και η καλή είδηση, γιατί υπάρχει πάντα.

Τα ίδια παιδιά που έσπασαν το γήπεδο είναι τα παιδιά που, αν τους δοθεί ρόλος, θα το φυλάξουν με τα δόντια. Το έχουμε δει σε κοινότητες που έβαλαν τους μαθητές να βάψουν οι ίδιοι τα καλάθια, σε ακαδημίες που ανέθεσαν στους μικρούς τη φροντίδα του χώρου, σε γειτονιές που αντί να βάλουν κλειδαριά έβαλαν πρόγραμμα. Εκεί, οι ζημιές δεν εξαφανίστηκαν με μαγικό τρόπο. Λιγόστεψαν, όμως, επειδή άλλαξε αυτός που κοιτάζει τον χώρο: από περαστικός, έγινε ιδιοκτήτης.

Δώστε στα παιδιά ένα γήπεδο και θα παίξουν. Δώστε τους την ευθύνη του γηπέδου και θα μεγαλώσουν.

Και τότε το πινέλο δεν θα το κρατάμε για να σβήνουμε. Θα το κρατάνε εκείνα, για να φτιάχνουν.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Ο «εφιάλτης» πληρώνει τοις μετρητοίς

Η ΑΕΚ νοικιάζει τη SUNEL Arena στον Ολυμπιακό, η Original 21 «διαγράφει» τον Αγγελόπουλο και το ελληνικό μπάσκετ ξαναπιάνει την πιο παλιά του κουβέντα: ποιος πληρώνει τελικά το «καθαρό κούτελο»;

Στα Άνω Λιόσια, εκεί που μέχρι πριν λίγα χρόνια φύτρωναν χορτάρια σε ένα ολυμπιακό ακίνητο-φάντασμα, βρέθηκε φέτος το καλοκαίρι το πιο ακριβό κλειδί του ελληνικού αθλητισμού. Δεν είναι το κλειδί μιας πόρτας. Είναι το κλειδί ενός ολόκληρου διλήμματος: τι κάνεις όταν ο μεγαλύτερος αντίπαλος χτυπάει το κουδούνι σου κρατώντας επιταγή;

Ο Μάκης Αγγελόπουλος απάντησε όπως απαντά ένας άνθρωπος που έχει δει ισολογισμούς και όχι μόνο ταμπλό. Ο κόσμος της ΑΕΚ απάντησε όπως απαντά μια κερκίδα που έχει δει δεκαετίες περιπλάνησης και έχει μάθει να μετράει το σπίτι της με άλλη μεζούρα. Και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι υπερασπίζονται την ίδια ομάδα. Και ακριβώς εκεί είναι που πονάει…

«Η ερώτηση δεν κάνει τζιζ»

Το θέμα δεν έπεσε από τον ουρανό τον Ιούλιο. Είχε προαναγγελθεί με ακρίβεια χειρουργείου στα τέλη Ιουνίου, σε εκείνη τη συνέντευξη στην COSMOTE TV, όταν ο ιδιοκτήτης της ΚΑΕ ΑΕΚ έπιασε το μικρόφωνο και είπε τη φράση που έμελλε να γίνει τίτλος: η ερώτηση δεν κάνει τζιζ, η απάντηση κάνει τζιζ.

Ήταν ο πιο κομψός τρόπος να πει «ναι, το συζητάμε». Μίλησε για προσέγγιση, όχι για συμφωνία. Για εμπορική συναλλαγή, όχι για ερωτικό ραντεβού. Και θύμισε το 2020, τότε που η ΑΕΚ άφησε χρήματα στο τραπέζι για να μη ρημάξει το πρωτάθλημα, στέλνοντας μάλιστα χορηγό της στον ανταγωνισμό. Το μήνυμα ήταν καθαρό: εδώ δεν παίζουμε το παιχνίδι της απομόνωσης, εδώ προσπαθούμε να μεγαλώσει η πίτα.

Το πρόβλημα με τις πίτες, βέβαια, είναι ότι ο κόσμος δεν κοιτάζει ποτέ πόσο μεγάλωσαν. Κοιτάζει μόνο τι θα φάει η δική του ομάδα…

Τα ψιλά γράμματα

Ας βάλουμε τους αριθμούς στη σειρά, γιατί χωρίς αυτούς η κουβέντα γίνεται καφενειακού επιπέδου.

Ο Ολυμπιακός ξηλώνει το ΣΕΦ. Τα έργα ανακατασκευής τραβούν μέχρι τον Ιανουάριο του 2027 στη χειρότερη περίπτωση, και μέχρι τότε οι πρωταθλητές Ευρώπης χρειάζονται στέγη με προδιαγραφές EuroLeague. Στην Αττική τέτοιες στέγες μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και η μία από αυτές μόλις απέκτησε καινούργιο ιδιοκτήτη.

Γιατί η SUNEL Arena δεν είναι πια «το γήπεδο των Άνω Λιοσίων». Είναι, με νομοθετική ρύθμιση, σπίτι της ΚΑΕ ΑΕΚ για 49 χρόνια, με υποχρέωση επενδύσεων τεσσάρων εκατομμυρίων ευρώ μέσα σε δώδεκα χρόνια και με ετήσιο ποσοστό που καταλήγει στο ΣΕΦ. Ναι, το διαβάσατε σωστά: η ΑΕΚ αποδίδει ποσοστό στο ΣΕΦ και ο Ολυμπιακός θα πληρώνει ενοίκιο στην ΑΕΚ. Το ελληνικό μπάσκετ ως κυκλική οικονομία, σε όλο του το μεγαλείο.

Το ποσό της μίσθωσης τοποθετείται πάνω από το ένα εκατομμύριο ευρώ, με ρήτρες για άμεση αποκατάσταση τυχόν ζημιών. Στις 16 Ιουλίου η Ένωση έστειλε προσωρινό παραχωρητήριο για να μπει στον φάκελο των ερυθρόλευκων προς την ΕΕΑ. Μια γραφειοκρατική λεπτομέρεια που, όπως όλες οι γραφειοκρατικές λεπτομέρειες, έκανε το ανείπωτο επίσημο.

Και μετά ήρθε η Κυριακή…

«Για εμάς τελείωσες»

Η ανακοίνωση της Original 21 δεν ήταν κείμενο. Ήταν πυροβολισμός. Μίλησε για σενάριο εφιαλτικό, για τον άνθρωπο που τελικά βρέθηκε να το υλοποιήσει, και κατέληξε σε τέσσερις λέξεις κεφαλαία που ταξίδεψαν σε κάθε τηλέφωνο της χώρας: «ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΕ, ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΣ».

Τα ξενοδοχεία και τα «συντριβάνια σοκολάτας» μπήκαν στο στόχαστρο μαζί με τη συμφωνία. Προφητικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ο ίδιος ο Αγγελόπουλος είχε μιλήσει λίγες μέρες νωρίτερα, σε συνέδριο αθλητικού τουρισμού, για ενσωμάτωση ξενοδοχείου στις εγκαταστάσεις. Δύο κόσμοι, δύο λεξιλόγια, μηδενικό κοινό έδαφος.

Ας είμαστε δίκαιοι με τους οργανωμένους. Δεν μιλάμε για κακομαθημένα παιδιά. Μιλάμε για κόσμο που ξέρει απ’ έξω τον κατάλογο της προσφυγιάς του: από τη στιγμή που έπεσε το «Γεώργιος Μόσχος», η ΑΕΚ κουβαλούσε τη μπασκέτα της στο Σπόρτινγκ, στο ΟΑΚΑ, στο Γαλάτσι, στο Ελληνικό, στη Γλυφάδα, στον Άγιο Θωμά, στη Ζωφριά, ακόμα και στη Λαμία. Όταν έχεις κοιμηθεί τόσα χρόνια σε ξένα σαλόνια, το να ανοίγεις το δικό σου στην Πειραιώτικη ομάδα μοιάζει με προδοσία της ίδιας σου της ιστορίας. Το συναίσθημα είναι απολύτως κατανοητό. Η λογική είναι που κουτσαίνει.

Το βιογραφικό ενός ξεροκέφαλου

Γιατί εδώ δεν μιλάμε για κάποιον περαστικό πρόεδρο που βρήκε ένα ακίνητο έτοιμο και αποφάσισε να το ρευστοποιήσει.

Ο Αγγελόπουλος παρέλαβε την ΑΕΚ όταν η ΑΕΚ ήταν ένα όνομα χωρίς στέγη, φρέσκια από τα χρόνια της Α2 και της Β’ Εθνικής, με τους υπεύθυνους εκείνης της κατάντιας να κυκλοφορούν ανενόχλητοι και να μοιράζουν και… συμβουλές. Από την πρώτη μέρα διάλεξε τον δύσκολο δρόμο: σύγκρουση με την ΕΟΚ του Βασιλακόπουλου για το EuroCup, σύγκρουση με την ΕΟΚ του Λιόλιου για τη διαιτησία, ανοιχτός πόλεμος με το οικοσύστημα της Ευρωλίγκας τη στιγμή που όλοι οι άλλοι έψαχναν τρόπο να μπουν σε αυτό. Δεν έκανε τα χατίρια όσων τον πέρασαν για εύκολο πελάτη και το πλήρωσε με χρόνια ban και με χρέη που πληρώθηκαν διπλά και τριπλά.

Και όταν του έλεγαν όλοι «μην πας στα Λιόσια», πήγε στα Λιόσια. Εν μέσω πανδημίας, σε ένα κτίριο που κόστιζε στον Έλληνα φορολογούμενο εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τον χρόνο για να παραμένει κλειστό. Κλειστό. Χωρίς μπάλα, χωρίς κόσμο, χωρίς έσοδα.

Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με όλα αυτά. Και ο υπογράφων εξακολουθεί να θεωρεί ότι τα δέκα χιλιόμετρα που χωρίζουν τη Νέα Φιλαδέλφεια από τα Άνω Λιόσια είναι πολλά για μια οπαδική κουλτούρα σαν την ελληνική, που θέλει το γήπεδο σχεδόν στο απέναντι πεζοδρόμιο και οπωσδήποτε μέσα στη λεγόμενη φυσική έδρα. Είναι θεμιτή κριτική. Άλλο όμως κριτική στην απόφαση και άλλο τελεσίγραφο στον άνθρωπο που την πληρώνει.

Ο οπαδισμός με τα λεφτά των άλλων

Εδώ είναι η καρδιά του πράγματος, και ας μη μασάμε τα λόγια μας. Ο συνάδελφος Γιάννης Ψαράκης το έθεσε στο Sportal με τον πιο ωμό τρόπο και έχει δίκιο: ο οπαδισμός είναι φθηνός όταν πληρώνει το πορτοφόλι του διπλανού.

Είναι εύκολο να ζητάς από μια ΚΑΕ να αφήσει ένα εκατομμύριο ευρώ στο πεζοδρόμιο για λόγους καθαρότητας, όταν το εκατομμύριο δεν θα βγει από τη δική σου τσέπη. Είναι εύκολο να απαιτείς άρνηση με ηθικό πρόσημο τον Ιούλιο και, τον Οκτώβριο, να απαιτείς άλλον έναν ψηλό, καλύτερο point guard και εισιτήριο για Final Four.

Και μια που το φέραμε στα δύσκολα: την τελευταία πενταετία, πόσες φορές γέμισε πραγματικά η SUNEL Arena; Μετρημένες στα δάχτυλα, και μόνο στα ματς με διακύβευμα. Στα υπόλοιπα, οι ίδιοι λίγοι πιστοί που πήγαιναν στα «μπλε» του ΟΑΚΑ και στα παγωμένα επαρχιακά κλειστά της Β’ Εθνικής. Αυτοί, ναι, δικαιούνται να έχουν άποψη. Το θέμα είναι ότι η άποψη σταματάει εκεί που αρχίζει η διαχείριση ενός περιουσιακού στοιχείου που δεν σου ανήκει.

Η ΑΕΚ έμαθε να είναι ΑΕΚ, όχι αντι-κάτι. Ο αντίπαλος είναι αντίπαλος για σαράντα λεπτά. Έξω από αυτά είναι απλώς μια άλλη επιχείρηση του κλάδου. Και μια άλλη επιχείρηση του κλάδου που σου ζητάει υπηρεσία, την πληρώνει. Όταν κατέχεις μια εγκατάσταση με λειτουργικό κόστος, με υποχρέωση επενδύσεων τεσσάρων εκατομμυρίων γραμμένη στο συμβόλαιο και με ποσοστό που φεύγει κάθε χρόνο, η εγκατάσταση οφείλει να παράγει έσοδα. Αλλιώς δεν λέγεται περιουσιακό στοιχείο, λέγεται μνημείο.

Όσο για τον φόβο της… μόλυνσης: το παρκέ δεν παθαίνει τίποτα. Αν πάλι το χρειάζεστε ψυχολογικά, βάλτε ένα συνεργείο να το σφουγγαρίσει με χλωρίνη μετά την τελευταία ερυθρόλευκη επίσκεψη και ανεβάστε το και σε στόρι. Πλάκα θα έχει. Τελεσίγραφα και διαγραφές, πάντως, δεν κάνουν κανέναν πιο ΑΕΚτζή από τον άνθρωπο που έβαλε τα λεφτά, τα χρόνια και το όνομά του για να αποκτήσει η ομάδα σπίτι.

Ο λογαριασμός της υπερηφάνειας

Υπάρχει και η ρεαλιστική ανάγνωση. Το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει την πολυτέλεια να στέλνει τους πρωταθλητές Ευρώπης να ψάχνουν έδρα εκτός συνόρων. Ό,τι κι αν λέει η κερκίδα, μια EuroLeague που παίζεται στην Αθήνα είναι θετική για όλους: για τα τηλεοπτικά, για την προβολή, για την ίδια την πίτα που επικαλέστηκε ο Αγγελόπουλος. Ο ανταγωνισμός στο παρκέ και η συνεννόηση στα γραφεία δεν είναι αντίφαση. Είναι ο ορισμός της λίγκας.

Θα υπάρξει κόστος. Θα υπάρξουν πανό, αποχές, ένταση στα διαρκείας. Καμία διοίκηση δεν βγαίνει αλώβητη όταν συγκρούεται με την κερκίδα της, και ο Αγγελόπουλος το ξέρει καλύτερα από τον καθένα. Έχει ήδη καθίσει απέναντί τους πρόσωπο με πρόσωπο. Η δουλειά του από εδώ και πέρα δεν είναι να τους πείσει ότι είχε δίκιο. Είναι να τους δείξει πού πήγαν τα λεφτά.

Επιμύθιο

Στο τέλος της ημέρας, το καλάθι θα παραμείνει στα 3,05 μέτρα και το παρκέ δεν κρατάει μνησικακία. Οι ερυθρόλευκοι θα περάσουν από τα Άνω Λιόσια ως φιλοξενούμενοι, θα πληρώσουν το ενοίκιό τους και θα φύγουν. Η ΑΕΚ θα μείνει εκεί για 49 χρόνια.

Και αν αυτό το εκατομμύριο μετατραπεί σε ένα ακόμα δαχτυλίδι κερκίδων, σε καλύτερα αποδυτήρια, σε ένα ξενοδοχείο, σε μια περιοχή που θα πάψει να είναι σημείο στον χάρτη και θα γίνει προορισμός, τότε η ιστορία θα γραφτεί αλλιώς απ’ ό,τι διαβάζεται σήμερα. Το κιτρινόμαυρο παλάτι, χτισμένο εν μέρει με χρήματα του Πειραιά.

Αν το καλοσκεφτείς, δεν υπάρχει πιο γλυκιά εκδίκηση από αυτή.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Αντίο, αντιαθλητικό

Η FIBA ξαναγράφει τον «ποινικό κώδικα» του μπάσκετ… και αυτή τη φορά με μέτρο

Υπάρχουν λέξεις που μεγαλώσαμε μαζί τους στα γήπεδα. «Αντιαθλητικό» ήταν μία από αυτές. Τη φώναζε ο διαιτητής, την ψιθύριζε ο πάγκος, την ούρλιαζε η κερκίδα. Από την 1η Οκτωβρίου 2026, η λέξη αποσύρεται επίσημα από το λεξιλόγιο του παιχνιδιού. Το αντιαθλητικό σφάλμα, όπως το ξέραμε, παύει να υπάρχει. Και μαζί του αλλάζει ολόκληρη η φιλοσοφία των ποινών: τεχνικές ποινές δύο κατηγοριών, δύο νέοι τύποι σφάλματος: το «σφάλμα σκοπιμότητας» και το «βίαιο σφάλμα». Και ένας νέος, πιο δίκαιος δρόμος προς τα αποδυτήρια…

Ας τα πάρουμε ένα-ένα, γιατί από τη νέα σεζόν θα τα βλέπουμε κάθε βράδυ στα παρκέ.

Γιατί άλλαξε ο κανονισμός

Το παλιό σύστημα ήταν απλό, αλλά είχε ένα πρόβλημα: ήταν αμείλικτο. Δύο τεχνικές ποινές, δύο αντιαθλητικά, ή ένας συνδυασμός των δύο, και ο παίκτης έπαιρνε τον δρόμο για τα αποδυτήρια. Δεν είχε σημασία αν το ένα «αντιαθλητικό» ήταν ένα ψυχρό, τακτικό φάουλ στον αιφνιδιασμό στο 38ο λεπτό, για να σταματήσει το ρολόι. Ο κανονισμός τα ζύγιζε όλα με την ίδια ζυγαριά και μαζί με τα ξερά καίγονταν και τα χλωρά.

Η ίδια η FIBA παραδέχεται στο σκεπτικό της ότι το προηγούμενο καθεστώς αποβολών «κρίθηκε υπερβολικά αυστηρό». Η λύση που επέλεξε είναι η αναλογικότητα: να διαχωριστούν οι παραβάσεις ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητά τους, ώστε στα αποδυτήρια να οδηγούν μόνο όσες πραγματικά το αξίζουν. Με άλλα λόγια, να μην πληρώνει το ίδιο ο παίκτης που κρεμάστηκε από τη στεφάνη με εκείνον που έριξε αγκωνιά.

Τεχνικές ποινές δύο ταχυτήτων

Η πρώτη μεγάλη τομή αφορά το Άρθρο 36. Οι τεχνικές ποινές χωρίζονται πλέον σε δύο κατηγορίες.

Κατηγορία 1: αυτές που «μετράνε». Εδώ μπαίνουν τα σφάλματα συμπεριφοράς: με ή χωρίς επαφή. Ασέβεια προς διαιτητές, κομισάριο, γραμματεία ή αντιπάλους. Χειρονομίες και εκφράσεις που μπορούν να προσβάλουν ή να «ανάψουν» την εξέδρα. Πρόκληση, χλευασμός και εμπρηστική συμπεριφορά προς αντίπαλο. Το χέρι μπροστά στα μάτια του σουτέρ. Οι αγκώνες που κόβουν βόλτες στον αέρα χωρίς επαφή. Και, ναι, το θέατρο: η προσποίηση ότι δέχθηκες φάουλ (το περίφημο flopping) είναι επισήμως τεχνική ποινή Κατηγορίας 1. Αυτές οι ποινές προσμετρώνται για την αποβολή.

Κατηγορία 2: τα «διαδικαστικά». Το σκόπιμο άγγιγμα της μπάλας μετά από καλάθι για να καθυστερήσει το παιχνίδι. Η παρεμπόδιση της γρήγορης επαναφοράς ή της ελεύθερης βολής. Η καθυστερημένη είσοδος στο παρκέ. Το κρέμασμα από τη στεφάνη (εκτός αν έρχεται στιγμιαία μετά από κάρφωμα ή για να αποφευχθεί τραυματισμός). Όλα αυτά τιμωρούνται κανονικά με τεχνική ποινή, αλλά δεν προσμετρώνται για αποβολή. Χάλασε το τσιπάκι σου και ακούμπησες την μπάλα μετά το καλάθι; Θα πληρώσεις τη βολή, αλλά δεν θα κοιμάσαι με τον φόβο των αποδυτηρίων.

Προσοχή σε μία λεπτομέρεια: είτε Κατηγορίας 1 είτε Κατηγορίας 2, η τεχνική ποινή σε παίκτη χρεώνεται ως προσωπικό φάουλ και μετράει στα ομαδικά. Οι τεχνικές του πάγκου, αντίθετα, χρεώνονται στον πρώτο προπονητή και δεν μετράνε στα ομαδικά.

Το «σφάλμα σκοπιμότητας»: το τακτικό φάουλ αποκτά ταυτότητα

Το Άρθρο 37 εισάγει κάτι που το μπάσκετ χρειαζόταν εδώ και χρόνια: ένα όνομα για το φάουλ που όλοι καταλαβαίναμε αλλά ο κανονισμός τιμωρούσε σαν έγκλημα. Το σφάλμα σκοπιμότητας (disruptive foul) είναι η αντικανονική επαφή που δεν φτάνει σε βαθμό βίας, αλλά κόβει τη ροή του παιχνιδιού και βάζει τον αντίπαλο σε μειονεκτική θέση.

Στην πράξη, μιλάμε για τρεις οικογένειες φάσεων:

  • Το κλασικό τακτικό φάουλ στη μετάβαση: ο αμυνόμενος δεν παίζει την μπάλα, απλώς «σφάζει» τον αιφνιδιασμό πριν αρχίσει η προσπάθεια για σουτ.
  • Το φάουλ για να σταματήσει το χρονόμετρο στο φινάλε τετάρτου ή παράτασης, χωρίς καμία πρόθεση για την μπάλα.
  • Η επαφή από πίσω ή από το πλάι σε παίκτη που τρέχει μόνος προς το καλάθι. Το γνωστό από το NBA «clear path», που πλέον έχει και ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Η ποινή παραμένει τσουχτερή: βολές και επαναφορά για την επιτιθέμενη ομάδα (δύο βολές αν ο παίκτης δεν σουτάρει, καλάθι και βολή αν σκοράρει, δύο ή τρεις βολές αν αστοχήσει). Το κρίσιμο όμως είναι το άλλο: το σφάλμα σκοπιμότητας δεν προσμετράται για αποβολή. Ο παίκτης που θυσιάζεται για την ομάδα του με ένα ψυχρό, καθαρά τακτικό φάουλ, δεν αντιμετωπίζεται πια σαν υπότροπος.

Το «βίαιο σφάλμα»: η κόκκινη γραμμή

Στον αντίποδα, το Άρθρο 38. Το βίαιο σφάλμα (flagrant foul – και μόνο η ορολογία δείχνει από ποια λίμνη ήπιε νερό η FIBA) είναι η επαφή που παραβιάζει το πνεύμα του ευ αγωνίζεσθαι και ξεπερνά τα όρια του προσωπικού σφάλματος ή του σφάλματος σκοπιμότητας. Τα κριτήρια είναι σαφή: ενέργεια που δεν αποτελεί πραγματική μπασκετική προσπάθεια, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη κίνηση που προκαλεί ή μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό, υπερβολικά δυνατή επαφή.

Εδώ δεν χωράνε ελαφρυντικά. Η ποινή περιλαμβάνει βολές και κατοχή, και (το κυριότερο) το βίαιο σφάλμα προσμετράται κανονικά για την αποβολή. Οι διαιτητές, μάλιστα, καλούνται ρητά να κρίνουν αποκλειστικά την ενέργεια, με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Όχι το όνομα στη φανέλα, όχι το σκορ, όχι την ατμόσφαιρα.

Πότε φεύγει πλέον ένας παίκτης

Η νέα αριθμητική της αποβολής είναι απλή:

  • Δύο τεχνικές ποινές Κατηγορίας 1, ή
  • Δύο βίαια σφάλματα, ή
  • Μία τεχνική Κατηγορίας 1 συν ένα βίαιο σφάλμα.

Οι τεχνικές Κατηγορίας 2 και τα σφάλματα σκοπιμότητας δεν οδηγούν ποτέ, από μόνα τους, σε αποβολή, όσα κι αν μαζέψει κανείς (εννοείται μέχρι 5 βέβαια). Και μία ακόμα δικλείδα λογικής: όταν ένας παίκτης αποβάλλεται, τιμωρείται μόνο το σφάλμα που έφερε την αποβολή. Δεν υπάρχει πρόσθετη ποινή επειδή απλώς… αποβλήθηκε.

Για τους προπονητές, το καθεστώς θυμίζει το γνώριμο σύστημα των ενδείξεων: αποβολή με δύο τεχνικές Κατηγορίας 1 με την ένδειξη «C» για προσωπική αντιαθλητική συμπεριφορά, ή με τρεις τεχνικές Κατηγορίας 1 όταν στο κάδρο μπαίνει και η συμπεριφορά του πάγκου («B» ή «BD»).

Τι κερδίζει το παιχνίδι

Κάποιοι θα πουν ότι το μπάσκετ «αμερικανοποιείται» και δεν θα έχουν άδικο στην ορολογία. Flagrant, clear path, flopping με τεχνική: το άρωμα NBA είναι έντονο. Η ουσία όμως είναι ευρωπαϊκά λογική: ο νέος κανονισμός διαχωρίζει την τακτική από την ασχήμια, το διαδικαστικό από το επικίνδυνο, τη σκοπιμότητα από τη βία. Οι πρωταγωνιστές θα μένουν περισσότερο στο παρκέ, οι αποβολές θα αφορούν όσους πραγματικά τις αναζήτησαν, και οι διαιτητές αποκτούν εργαλεία με μεγαλύτερη ακρίβεια από το παλιό, χοντροκομμένο δίπολο.

Από την 1η Οκτωβρίου, όταν θα ακούσετε «σφάλμα σκοπιμότητας» ή «βίαιο σφάλμα», μην ψάχνετε το αντιαθλητικό. Έφυγε όπως φεύγουν οι παλιοί σταρ: με τιμές, με ιστορία και με δύο διαδόχους έτοιμους να μοιραστούν τα λεπτά του. Το παιχνίδι, πάντως, μόνο κερδισμένο βγαίνει.

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

«Ακούμπα τη γραμμή»

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν έφερε στη Λευκωσία μετάλλια και αναμνήσεις. Ανάμεσα σε πολλές ιστορίες που είπε, μας έφερε και μία για ένα χέρι που άγγιζε γραμμές. Και μέσα σε αυτή την ιστορία χωράει όλο το μυστικό του πρωταθλητισμού.

Υπάρχουν ομιλίες που τις ξεχνάς πριν φτάσεις στο αυτοκίνητο. Και υπάρχουν ιστορίες που σε ακολουθούν μέχρι το σπίτι, σε περιμένουν στην πόρτα και σου λένε «κάτσε να τα ξαναπούμε». Αυτό που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Γιαννάκης στο Παλιό Δημαρχείο Λευκωσίας, στην παρουσίαση της συνεργασίας του με την ΕΚΟ για τη νέα γενιά του κυπριακού μπάσκετ, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Ο «Δράκος» δεν μίλησε για τρίποντα, συστήματα και pick and roll. Μίλησε για κάτι πολύ πιο ταπεινό: το γνωστό… «καμικάζι». Την άσκηση που μισούν όλα τα παιδιά του κόσμου, σε όλα τα γήπεδα του κόσμου, από τη Νίκαια μέχρι τη Λευκωσία.

«Όταν ξεκίνησα να παίζω μπάσκετ, έκανα ό,τι μου έλεγε ο προπονητής μου με απόλυτη ακρίβεια. Όταν μας έβαζε να τρέχουμε καμικάζι, εγώ ακουμπούσα όλες τις γραμμές με το χέρι, ενώ οι συμπαίκτες μου όχι. Έκλεβαν σε κάθε γραμμή όλο και περισσότερο. Και μάλιστα με κορόιδευαν επειδή εγώ έκανα κανονικά την άσκηση και ερχόμουν στους τελευταίους. Όταν πήραμε το Ευρωμπάσκετ το ’87 και με έβρισκαν έξω οι πρώην συμπαίκτες μου, μου έλεγαν: “Παναγιώτη, αφού μαζί ξεκινήσαμε να παίζουμε μπάσκετ, πώς έφτασες εκεί εσύ και εμείς όχι;”. Και τους απαντούσα: “Αφού εσύ… έκλεβες, όσο εγώ έκανα κανονικά την άσκηση”».

Τελεία. Δεν χρειάζεται ούτε ανάλυση τεσσάρων ωρών, ούτε PowerPoint. Χρειάζεται όμως να το αφήσουμε λίγο να κατακάτσει, όπως ο καλός καφές.

Οι γραμμές δεν λένε ψέματα

Το «καμικάζι» είναι η πιο δημοκρατική άσκηση του μπάσκετ. Δεν ρωτάει πόσο ψηλός είσαι, πόσο ταλέντο κουβαλάς, ποιος είναι ο μπαμπάς σου. Ρωτάει ένα και μόνο πράγμα: θα ακουμπήσεις τη γραμμή ή θα κλέψεις;

Και εδώ είναι το κρυφό δηλητήριο. Το κλέψιμο στη γραμμή μπορεί να μην το βλέπει κανείς. Ο προπονητής ίσως να κοιτάζει αλλού, οι συμπαίκτες κλέβουν κι αυτοί, το ρολόι τρέχει. Μισός πόντος πιο μακριά, μετά ένας, μετά δύο. Κανείς δεν έχασε ποτέ πρωτάθλημα από μία κλεμμένη γραμμή. Όλοι όμως όσοι δεν έφτασαν ποτέ ψηλά, κάπου εκεί ξεκίνησαν το ταξίδι τους: από μια γραμμή που «δεν πειράζει, ποιος θα το δει».

Ο μικρός Παναγιώτης από τη Νίκαια ερχόταν τελευταίος στα καμικάζι και άκουγε τα πειράγματα. Το τσιπάκι του, όμως, δεν χάλασε ποτέ. Γιατί κατάλαβε από νωρίς κάτι που πολλοί δεν καταλαβαίνουν ούτε στα σαράντα τους: ο αντίπαλος στην προπόνηση δεν είναι ο διπλανός σου. Είναι ο εαυτός σου. Και τον εαυτό σου μπορείς να τον κοροϊδέψεις για χρόνια… Μέχρι που μία μέρα θα σου στείλει τον λογαριασμό. Και μάλιστα με τόκο…

Από τα πειράγματα στο ΣΕΦ

Το πού οδήγησαν όλες αυτές οι «χαμένες» γραμμές το ξέρουμε απ’ έξω. 14 Ιουνίου 1987, Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, Ελλάδα – Σοβιετική Ένωση 103-101 στην παράταση, ο Γκάλης να γράφει ιστορία με 40 πόντους και δίπλα του ο αρχηγός, ο Γιαννάκης, να μοιράζει το παιχνίδι και να κρατάει την ομάδα όρθια όταν έτρεμαν και τα φώτα του γηπέδου. Η βραδιά που άλλαξε για πάντα το ελληνικό μπάσκετ.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο ίδιος άνθρωπος ανέβηκε ξανά στην κορυφή της Ευρώπης το 2005 από τον πάγκο, στο Βελιγράδι, και ένα χρόνο μετά, στη Σαϊτάμα, κοίταξε στα μάτια την Dream Team των ΛεΜπρόν, Γουέιντ και Άντονι και την έστειλε σπίτι της με εκείνο το μυθικό 101-95. Μοναδικός στην ιστορία που σήκωσε Ευρωμπάσκετ και ως παίκτης και ως προπονητής. Οι πρώην συμπαίκτες της γειτονιάς, υποθέτουμε, σταμάτησαν κάποια στιγμή να ρωτάνε «πώς έφτασες εκεί εσύ;». Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια και χωρούσε σε μία πρόταση.

Το μήνυμα για τα δικά μας παιδιά

Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι ο Γιαννάκης δεν ήρθε στην Κύπρο για να πει απλώς μια ωραία ιστορία και να φύγει. Το Basketball Youth Program της ΕΚΟ τον έφερε στα παρκέ, δίπλα σε παιδιά σωματείων από τη Λευκωσία, τη Λεμεσό και την Πάφο. Δηλαδή ακριβώς εκεί που κρίνεται το μέλλον του κυπριακού μπάσκετ: όχι στα φώτα των τελικών, αλλά στις απογευματινές προπονήσεις που δεν τις βλέπει κανείς.

Γιατί, κακά τα ψέματα, το δικό μας μπάσκετ δεν θα σωθεί από κανένα μαγικό ραβδί. Δεν υπάρχει Χόγκουαρτς της καλαθόσφαιρας. Υπάρχουν γήπεδα, γραμμές και μια απόφαση που παίρνει το κάθε παιδί μόνο του, κάθε μέρα, χίλιες φορές: θα σκύψω να ακουμπήσω ή θα κλέψω λιγάκι; Τα αγαθά, έλεγαν οι παλιοί, κόποις κτώνται. Ο Κόμπι ξυπνούσε στις τέσσερις το πρωί, ο Γιαννάκης ακουμπούσε τις γραμμές. Άλλαξε η δεκαετία, άλλαξαν τα παπούτσια, το μυστικό έμεινε ίδιο και προκλητικά απλό.

Και κάπου εδώ κρύβεται η αισιοδοξία. Γιατί αν το μυστικό ήταν το ταλέντο, θα ήμασταν καταδικασμένοι να περιμένουμε πότε θα γεννηθεί ο επόμενος «εκλεκτός». Το μυστικό όμως είναι η γραμμή. Και τη γραμμή μπορεί να την ακουμπήσει ο καθένας. Και το παιδί στη Λακατάμια και το κορίτσι στη Λεμεσό και ο πιτσιρικάς στην Πάφο που ήρθε χθες τελευταίος στο καμικάζι και τον κορόιδεψαν.

Σε αυτόν τον πιτσιρικά, λοιπόν, μία συμβουλή από καρδιάς: μην αλλάξεις τίποτα. Κάπου εκεί έξω, ένα βράδυ του 1987, ένας άλλος «τελευταίος» σήκωσε την Ευρώπη στις πλάτες του. Ακούμπα τη γραμμή. Οι υπόλοιποι ας γελάνε. Έχουν καιρό μέχρι να ρωτήσουν «αφού παίζαμε μαζί, πώς έφτασες εκεί εσύ;».

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.