Tag - ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ

Ο Παναθηναϊκός πλήρωσε δέκα φορές περισσότερα από τον Ολυμπιακό

Παναθηναϊκός 3,06 εκατ., Ολυμπιακός 303 χιλ.: για πρώτη φορά είδαμε στην πράξη τι σημαίνει το «salary cap» της EuroLeague

Η EuroLeague ανακοίνωσε τις πρώτες Competitive Balance Compensations της ιστορίας της και τα νούμερα δεν χρειάζονται να περάσουν από κάποιο φίλτρο για να τα αντιληφθούμε. Ο Παναθηναϊκός καλείται να καταβάλει 3.065.691 ευρώ. Η Αναντολού Εφές 1.071.676. Η Χάποελ Τελ Αβίβ 998.027. Ο Ολυμπιακός 303.290. Σύνολο: 5.438.684 ευρώ, που μοιράζονται εξίσου στις 15 ομάδες που έμειναν εντός των ορίων. Από 362.579 ευρώ στην καθεμία.

Κάντε την πρόσθεση: τέσσερις παραβάτες, δεκαπέντε συνεπείς. Δεκαεννιά. Η εικοστή ομάδα, η ASVEL, τιμωρήθηκε από την άλλη πλευρά, αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε, γιατί εκεί κρύβεται το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.

Δεν είναι πρόστιμο, αλλά… διόδια.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι για το οποίο έγινε μπέρδεμα από την πρώτη μέρα: αυτά δεν είναι πρόστιμα. Δεν πηγαίνουν στα ταμεία της EuroLeague. Είναι μηχανισμός αναδιανομής. Τα λεφτά αλλάζουν χέρια οριζόντια, από τους πλούσιους στους υπόλοιπους.

Η EuroLeague, δηλαδή, δεν έχτισε κάποιο τείχος. Έστησε σταθμό διοδίων. Ο δρόμος παραμένει ανοιχτός για όποιον θέλει να τρέξει με 200, απλώς τώρα υπάρχει μπάρα και ταμπέλα με την τιμή.

Και η τιμή είναι, ας το πούμε καθαρά, τσουχτερή αλλά όχι απαγορευτική. Με βάση τα μεγέθη υπέρβασης που κυκλοφόρησαν (περίπου 6,18 εκατ. για τον Παναθηναϊκό, 1,8 για την Εφές, 1,66 για τη Χάποελ, γύρω στο μισό εκατομμύριο για τον Ολυμπιακό), κάθε ευρώ πάνω από το Base Remuneration Level κόστισε από 50 έως 60 σεντ επιπλέον. Μια υπέρβαση ενός εκατομμυρίου, δηλαδή, βγαίνει στην πραγματικότητα ενάμισι.

Δεν είναι λίγο. Δεν είναι όμως και τιμωρία που μπορεί να αλλάξει σχέδια.

Το κρυφό δίχτυ ασφαλείας

Εδώ χρειάζεται μια λεπτομέρεια που πέρασε στα ψιλά και είναι κομβική: για τις σεζόν 2025/26 και 2026/27 ισχύει μεταβατικό πλαφόν στην αποζημίωση. Δεν μπορεί να ξεπεράσει το 10% του συνολικού καθαρού μισθολογίου μιας ομάδας.

Με απλά λόγια, όσο κι αν ξεφύγεις, η EuroLeague σου έχει βάλει οροφή στην ίδια την τιμωρία. Το δίχτυ αυτό από το 2027/28 εξαφανίζεται, αφού μπαίνει σε πλήρη ισχύ το High Remuneration Level, φεύγει το μεταβατικό πλαφόν και ο υπολογισμός των εσόδων περνά από τριετή σε διετή μέσο όρο. Δηλαδή γίνεται πιο ευαίσθητος στη συγκυρία.

Όποιος βλέπει σήμερα τα 3 εκατομμύρια και λέει «σιγά», ας περιμένει το καλοκαίρι του 2027.

Το ερώτημα των εκατομμυρίων

Και τώρα το δύσκολο. Μπορεί ένα luxury tax να παράγει πραγματική ανταγωνιστική ισορροπία, όταν τα πορτοφόλια των ιδιοκτητών διαφέρουν τόσο δραματικά;

Το επιχείρημα των σκεπτικιστών είναι στέρεο. Για έναν ιδιοκτήτη που έχει επενδύσει δεκάδες εκατομμύρια με μοναδικό στόχο το Final Four, τα τρία εκατομμύρια δεν είναι φρένο, αλλά μία γραμμή στον προϋπολογισμό. Ένα ακόμη έξοδο δίπλα στα ναύλα των τσάρτερ και στα μπόνους πρόκρισης. Αν αυτό ισχύει, ο μηχανισμός δεν περιορίζει τον ισχυρό, απλώς βάζει ταρίφα στην υπεροχή.

Υπάρχει όμως και η αντίθετη ανάγνωση, και είναι πιο πονηρή απ’ όσο φαίνεται. Τα χρήματα δεν εξαφανίζονται σε κάποιο συρτάρι. Πηγαίνουν στους αντιπάλους. Ο Παναθηναϊκός φέτος όχι μόνο πλήρωσε παραπάνω για το δικό του ρόστερ, αλλά χρηματοδότησε και τα ρόστερ των ανταγωνιστών του. Μόνος του κάλυψε πάνω από το 56% του συνολικού ταμείου.

Και τα 362.579 ευρώ δεν είναι χαρτζιλίκι για μια μεσαία ομάδα. Είναι, χοντρικά, ο καθαρός μισθός ενός καλού παίκτη του ρόστερ της. Δεν είναι επανάσταση, είναι όμως ο πρώτος θεσμοθετημένος αγωγός που μεταφέρει χρήμα από την κορυφή προς τη μέση της πυραμίδας.

Η ASVEL και το μάθημα του δαπέδου

Το πιο υποτιμημένο κομμάτι της ανακοίνωσης δεν αφορά τους πλούσιους. Αφορά την ASVEL, που δεν έπιασε το Low Remuneration Level και υποχρεώθηκε να μοιράσει 1.280.924 ευρώ στους ίδιους της τους παίκτες, ενώ δέχθηκε και κυρώσεις για ληξιπρόθεσμες οφειλές και ελλιπή δικαιολογητικά.

Το σύστημα, δηλαδή, δεν τιμωρεί μόνο όποιον ξοδεύει πολύ. Τιμωρεί και όποιον ξοδεύει λίγα. Και έχει δίκιο: μια λίγκα δεν χαλάει μόνο επειδή κάποιος αγοράζει ότι κινείται. Χαλάει και επειδή κάποιος άλλος κατεβάζει ρολά και σερβίρει είκοσι εννιά αγωνιστικές αδιαφορίας.

Ο πήχης εξάλλου δεν είναι στατικός. Το δάπεδο για το 2026/27 ανεβαίνει στα 6,69 εκατ. ευρώ (30% του μέσου όρου εσόδων των licensed clubs, που εκτοξεύθηκε κατά 14% στα 22.298.591 ευρώ), τη στιγμή που η οροφή του Base Remuneration Level παραμένει παγωμένη στα 10 εκατομμύρια.

Κρατήστε αυτό: πέρυσι το περιθώριο ανάμεσα σε δάπεδο και οροφή ήταν 4,15 εκατ. Φέτος είναι 3,31. Η μέγγενη έκλεισε κατά ένα πέμπτο μέσα σε δώδεκα μήνες. Και έκλεισε χωρίς να αλλάξει η οροφή, αλλά επειδή ανέβηκε το πάτωμα.

(Μια διόρθωση που πρέπει να γίνει, γιατί κυκλοφορεί λάθος: το BRL δεν «ανεβαίνει» στα 10 εκατομμύρια το 2026/27. Εκεί ήταν ήδη από το 2025/26, μετά την απόφαση των μετόχων τον Ιούνιο του 2025 να ανέβει το ελάχιστο κατώφλι από τα 8 στα 10.)

Οι πόρτες που έμειναν ανοιχτές

Πριν βιαστούμε να μιλήσουμε για ευρωπαϊκό NBA, ας θυμηθούμε τι δεν μετράει στην λίστα: οι anchor players (τρεις πλέον, από δύο), οι U23, οι παίκτες μακράς παραμονής στον σύλλογο, οι μακροχρόνια τραυματίες, οι λεγόμενες medium-range εξαιρέσεις.

Δηλαδή; Δηλαδή το ταβάνι έχει… καταπακτές. Και όποιος ξέρει να τις βρίσκει, κερδίζει ρόστερ χωρίς να πληρώσει τα «διόδια». Η επόμενη μεγάλη δεξιότητα στο ευρωπαϊκό μπάσκετ δεν θα είναι μόνο το σκάουτινγκ, αλλά η αρχιτεκτονική των συμβολαίων. Ποιον δηλώνεις anchor, πόσο κρατάς έναν παίκτη ώστε να γίνει «extended-tenure», πότε ανανεώνεις έναν εικοσιτριάχρονο πριν χάσει το φορολογικό του πλεονέκτημα;

Η μικρή ιστορία της σεζόν το δείχνει γλαφυρά: η υπέρβαση του Ολυμπιακού πυροδοτήθηκε, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, από την ενεργοποίηση του συμβολαίου του Μουσταφά Φαλ. Μια κίνηση ρουτίνας μέσα στη σεζόν κόστισε 303.290 ευρώ. Έτσι μοιάζει ένα σύστημα που δουλεύει: με το να τιμολογεί ακόμη και τις μικρές αποφάσεις.

Το στοίχημα

Το ΝΒΑ χρειάστηκε σχεδόν σαράντα χρόνια και τρία lockouts για να φτάσει από το πρώτο, τρύπιο σαν σουρωτήρι salary cap του 1984 στο σημερινό second apron που πραγματικά πονάει. Η EuroLeague ξεκίνησε τον δικό της δρόμο μόλις πέρυσι. Το να ζητάμε ισορροπία από τον πρώτο χρόνο είναι σαν να ζητάμε από παιδί που μόλις άφησε τις βοηθητικές ρόδες του ποδηλάτου του να κερδίσει τον Γύρο της Γαλλίας.

Αυτό που όμως έχει ήδη επιτευχθεί δεν είναι μικρό. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ γνωρίζουμε δημόσια, με ονόματα και δεκαδικά ψηφία, ποιος ξέφυγε και πόσο. Για δεκαετίες τα μισθολόγια της EuroLeague ήταν θέμα φημολογίας, ψιθύρων σε ξενοδοχεία και «πηγών προσκείμενων στη διοίκηση». Τώρα υπάρχει αριθμός. Και όπου υπάρχει αριθμός, υπάρχει λογοδοσία.

Για μια μικρή αγορά σαν τη δική μας, το μάθημα είναι διπλό και το ξέρουμε καλά: τα οικονομικά πλαίσια διαμορφώνουν τον ανταγωνισμό πολύ περισσότερο από κάθε σφυρίχτρα. Και το δάπεδο μετράει όσο και η οροφή. Ίσως και περισσότερο…

Θα εξισώσει το luxury tax τους ισχυρούς με τους υπόλοιπους; Όχι. Δεν το κάνει πουθενά στον κόσμο. Αυτό που κάνει είναι πιο μετρημένο και πιο ρεαλιστικό: κάνει την υπεροχή ακριβότερη και την επιμονή των μικρών βιώσιμη. Και για να είμαστε ειλικρινείς, αν το 2027 δούμε την Παρτίζαν ή τη Ζάλγκιρις να κρατάει έναν παίκτη που παλαιότερα θα είχε φύγει με μια τηλεφωνική κλήση από την Αθήνα ή τη Κωνσταντινούπολη, τότε τα 362.579 ευρώ θα έχουν κάνει πολύ περισσότερη δουλειά απ’ όση τους αναγνωρίζουμε σήμερα.

Ο δρόμος παραμένει ανοιχτός. Απλώς (επιτέλους) έχει και διόδια. Και αυτό είναι πρόοδος…

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Ο νόστος του Τολιόπουλου: Όταν η καρδιά ψηφίζει κίτρινο

Υπάρχουν μεταγραφές που κλείνουν με τα τηλέφωνα και μεταγραφές που κλείνουν με την ψυχή. Η επιστροφή του Βασίλη Τολιόπουλου στον Άρη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία και ας πέρασε, όπως όλες, από λογιστήρια, μάνατζερ και προφορικές συμφωνίες. Ο 30χρονος γκαρντ (1.87μ.), ένα καλοκαίρι μετά τη μεγάλη του «έξοδο» προς τον Παναθηναϊκό, παίρνει τον αντίστροφο δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Σαν τον Οδυσσέα (μιας και είναι και επίκαιρο) που αφού είδε πολιτείες πολλές, κατάλαβε πως η Ιθάκη του βρισκόταν πάντα στο Nick Galis Hall.

Σύμφωνα με το SPORT24, Άρης και Παναθηναϊκός έχουν φτάσει σε προφορική συμφωνία: τετραετές συμβόλαιο συνολικής αξίας περίπου 4 εκατομμυρίων ευρώ για τον παίκτη και αντάλλαγμα που θα φέρει συνολικά 1,2 εκατομμύριο στα ταμεία των «πρασίνων». Επίσημη ανακοίνωση δεν υπάρχει ακόμη, αλλά η μπίλια (όπως εύστοχα έγραψε ο ΣΚΑΪ) έκατσε στο κίτρινο.

Τι κερδίζει ο ίδιος: Από κομπάρσος, ξανά πρωταγωνιστής

Πέρυσι τέτοια εποχή, ο Τολιόπουλος έκανε το βήμα που κάνει κάθε φιλόδοξος Έλληνας παίκτης: πήγε στη EuroLeague. Μόνο που εκεί ανακάλυψε αυτό που ξέρουν καλά όσοι έχουν καθίσει σε πάγκο μεγάλης ομάδας: ότι η φανέλα μπορεί να είναι βαριά, αλλά ο χρόνος συμμετοχής είναι ελαφρύς. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: 6.8 πόντοι, 1.3 ριμπάουντ και 3 ασίστ μέσο όρο. Για έναν παίκτη που στον Άρη άπλωνε την κορμάρα του σε κάθε κρίσιμη επίθεση, ο ρόλος του πολυτελούς συμπληρώματος έμοιαζε με κοστούμι δύο νούμερα μικρότερο.

Στη Θεσσαλονίκη τον περιμένει ό,τι ακριβώς του έλειψε: μπάλα στα χέρια, ευθύνη στις πλάτες και ρόλος πρωταγωνιστή στην περιφέρεια. Ο ίδιος πιστεύει ότι στον Άρη θα έχει πολύ μεγαλύτερο ρόλο από αυτόν που θα είχε παραμένοντας στο τριφύλλι.

Κερδίζει όμως και κάτι ακόμη, ίσως το σημαντικότερο: τον Βασίλη Σπανούλη. Η σχέση των δύο χτίστηκε στην Εθνική και τα ρεπορτάζ κάνουν λόγο για αμοιβαία εκτίμηση. Για έναν σκόρερ γκαρντ, το να δουλεύει καθημερινά με τον άνθρωπο που έγραψε το εγχειρίδιο του ευρωπαϊκού clutch είναι (τουλάχιστον) επένδυση. Είναι σαν να σου προσφέρουν μαθήματα κιθάρας από τον Τζίμι Χέντριξ και να ρωτάς αν θα είναι πρωί ή απόγευμα…

Και φυσικά, τα οικονομικά: περίπου ένα εκατομμύριο ετησίως, σχεδόν διπλάσια χρήματα από τα περίπου 500.000 που προέβλεπε το συμβόλαιό του στον Παναθηναϊκό για τη νέα σεζόν. Όταν η καρδιά και το πορτοφόλι δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση, η απόφαση παίρνεται από μόνη της.

Τι κερδίζει ο Άρης: Τον ηγέτη που δεν χρειάζεται συστάσεις

Ο Άρης αποκτά τον παίκτη που την τριετία 2022-25 μεταμορφώθηκε στο Nick Galis Hall από συμπληρωματική λύση σε ηγέτη, διεθνή και έναν από τους κορυφαίους Έλληνες σκόρερ. Δεν χρειάζεται περίοδο προσαρμογής, δεν χρειάζεται να μάθει το κοινό, δεν χρειάζεται να κερδίσει τα αποδυτήρια. Έρχεται με το «κλειδί του σπιτιού» στο χέρι.

Υπάρχει και η συμβολική διάσταση, που στη Θεσσαλονίκη μετράει όσο και η στατιστική. Ο ΠΑΟΚ είχε καταθέσει ισχυρή πρόταση και για ένα διάστημα έμοιαζε σοβαρός διεκδικητής, όμως αποσύρθηκε από την κούρσα γνωρίζοντας πως η καρδιά του παίκτη χτυπούσε «κίτρινη». Στο ντέρμπι της πόλης εκτός παρκέ, ο Άρης πήρε νίκη με… buzzer beater χαρακτήρα.

Και κάπου εδώ κρύβεται η λεπτομέρεια που, αν επιβεβαιωθεί, θα γραφτεί με χρυσά γράμματα στην κερκίδα: Σύμφωνα με δημοσιεύματα ο ίδιος ο Τολιόπουλος συνέβαλε οικονομικά για να κλείσει η συμφωνία, με τα ίδια τα δημοσιεύματα να κάνουν λόγο για παραίτηση από περίπου 400.000 ευρώ που δικαιούνταν. Επισήμως τίποτα δεν έχει επιβεβαιωθεί. Αν όμως ισχύει, τότε μιλάμε για κάτι σπάνιο στο σύγχρονο μπάσκετ: παίκτης που πληρώνει για να επιστρέψει. Στην εποχή που όλοι ρωτούν «πόσα δίνεις», αυτός ρώτησε «πού υπογράφω;».

Τι χάνει ο Παναθηναϊκός: Λίγα στο παρκέ, περισσότερα στο βάθος

Ας είμαστε ειλικρινείς και η ειλικρίνεια στη μεταγραφολογία είναι είδος προς εξαφάνιση: ο Παναθηναϊκός δεν χάνει βασικό γρανάζι. Ο Τολιόπουλος ήταν περιφερειακή λύση σε ένα ρόστερ που κολυμπάει στο ταλέντο. Το 1,2 εκατομμύριο που μπαίνει στα ταμεία είναι, με όρους αγοράς, καλή δουλειά για παίκτη που δεν είχε κεντρικό ρόλο.

Χάνει όμως δύο πράγματα που δεν γράφονται στα λογιστικά φύλλα. Πρώτον, έναν Έλληνα διεθνή σε μια εποχή που το ελληνικό χαρτί στη EuroLeague γίνεται όλο και πιο σπάνιο και όλο και πιο ακριβό (ρωτήστε όποιον έψαξε φέτος γκαρντ με ελληνικό διαβατήριο). Δεύτερον, τον ενισχύει σε έναν άμεσο ανταγωνιστή. Ο Άρης του Σπανούλη χτίζει κάτι φιλόδοξο και ο Παναθηναϊκός μόλις του παρέδωσε το κομμάτι του παζλ που έψαχνε. Στη GBL αυτά τα ξαναβρίσκεις μπροστά σου συνήθως σε ημιτελικούς, συνήθως σε τρίτο ματς, συνήθως με το σκορ στην ισοπαλία και τη μπάλα στα χέρια του… λάθος ανθρώπου.

Το ταξίδι είχε νόημα

Θα πουν κάποιοι ότι η χρονιά στον Παναθηναϊκό ήταν χαμένη. Λάθος. Ο Τολιόπουλος δοκίμασε τον εαυτό του στο υψηλότερο επίπεδο, είδε από μέσα πώς λειτουργεί μια μηχανή της EuroLeague και επιστρέφει στον Άρη πιο ώριμος, πιο πλούσιος σε εμπειρίες και, ομολογουμένως, όχι μόνο σε εμπειρίες. Όπως λέει και ο σοφός λαός, όποιος δεν φύγει ποτέ, δεν επιστρέφει ποτέ.

Ο τίτλος του κειμένου του SDNA, γραμμένος όσο ο παίκτης ζύγιζε ακόμα τις επιλογές του, τα έλεγε όλα: «Αυτό που επέλεξα να γίνω». Ο Τολιόπουλος επέλεξε. Όχι την ευκολία της παραμονής, όχι απλώς το μεγαλύτερο συμβόλαιο (αν και δεν έβλαψε) αλλά το μέρος όπου το μπάσκετ του έχει όνομα, ρόλο και κοινό που τον αποθεώνει. Η Θεσσαλονίκη περιμένει, ο Σπανούλης σχεδιάζει και το Nick Galis Hall ετοιμάζεται να υποδεχτεί το παιδί που γύρισε σπίτι. Και κάτι μας λέει ότι αυτή τη φορά, το δεύτερο κεφάλαιο θα γραφτεί με μεγαλύτερα γράμματα από το πρώτο…

Γαλλική… αποικία στη ρακέτα του Παναθηναϊκού

Υπάρχουν μεταγραφικά καλοκαίρια που σε κάνουν να ανασηκώνεις τους ώμους και άλλα που σε κάνουν να σκέφτεσαι. Ο Παναθηναϊκός, με τη γαλλική τριπλέτα Λεσόρ Φαλ Γιαμπουσέλε, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Και όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύ πιστεύω ότι δεν μιλάμε απλώς για «μάζεμα ψηλών». Μιλάμε για δήλωση προθέσεων.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Ο Φαλ είναι το είδος του παίκτη που δεν το βρίσκεις στο ράφι. Δύο μέτρα και κάτι ψιλά που δεν είναι απλώς το ύψος του που μετράει, αλλά η παρουσία του. Ξέρετε πόσοι περιφερειακοί έχουν αλλάξει το τελείωμά τους στον αέρα επειδή είδαν τη σκιά του; Αυτό δεν γράφεται στη στατιστική, αλλά μπορεί να κερδίσει παιχνίδια. Ο Φαλ δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα θεαματικό. Αρκεί να στέκεται εκεί που πρέπει, να κλείνει τη ρακέτα και να θυμίζει σε όλους ότι το καλάθι έχει… ιδιοκτήτη.

Ο Λεσόρ, από την άλλη, είναι ό,τι πιο κοντινό έχει η EuroLeague σε φυσικό φαινόμενο. Τον έχουμε δει όλοι: δεν ζητάει την μπάλα, την απαιτεί με τον τρόπο που τρέχει το γήπεδο. Ένταση, ενέργεια, επιθετικό ριμπάουντ, καρφώματα που σηκώνουν τον κόσμο από τις θέσεις του. Εκεί που ο Φαλ ελέγχει το παιχνίδι, ο Λεσόρ το αναστατώνει. Και μια ομάδα που θέλει να πάει μακριά χρειάζεται και τα δύο.

Και μετά έρχεται ο Γιαμπουσέλε, που για μένα είναι και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του παζλ. Προσοχή εδώ, γιατί έχω ήδη ακούσει το λάθος αφήγημα: δεν πήρε ο Παναθηναϊκός τρίτο σέντερ. Πήρε ένα «4» με πυγμή και σουτ, έναν παίκτη που τραβάει τον αντίπαλο ψηλό μακριά από το καλάθι και ανοίγει χώρους για όλους τους υπόλοιπους. Στο σημερινό μπάσκετ, όπου το spacing είναι θρησκεία, αυτό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.

Το ωραίο; Οι τρεις τους δεν μπαίνει ο ένας στα παπούτσια του άλλου. Θες έλεγχο και σωματική επιβολή; Φαλ. Θες να ανέβει ο ρυθμός και να τρέμει η ρακέτα του αντιπάλου; Λεσόρ. Θες ανοιχτό γήπεδο και διαφορετική γεωμετρία στην επίθεση; Γιαμπουσέλε. Ο Ομπράντοβιτς, που ποτέ δεν έχτισε ομάδες με βάση τα ονόματα αλλά με βάση τους ρόλους, έχει στα χέρια του ένα ελβετικό σουγιαδάκι με τρεις λεπίδες.

Τώρα, πριν αρχίσουμε να μοιράζουμε τρόπαια από τον Ιούλιο, μια δόση ρεαλισμού.

Τρεις ψηλοί αυτού του βεληνεκούς σημαίνει τρία «εγώ», τρεις παίκτες που θέλουν λεπτά, και ένας προπονητής που πρέπει να κάνει τη μοιρασιά χωρίς να δημιουργήσει γκρίνια. Το έχουμε ξαναδεί το έργο: ομάδες με υπερπληθώρα ταλέντου που κατέληξαν να μην έχουν ταυτότητα. Ο Φαλ και ο Λεσόρ μαζί στο παρκέ θέλουν σουτέρ γύρω τους, αλλιώς η ρακέτα θα μοιάζει με σταθμό του μετρό σε ώρα αιχμής. Και ο Γιαμπουσέλε δεν πρέπει να καταλήξει «πολυεργαλείο χωρίς πρίζα», δηλαδή ένας παίκτης που κάνει λίγο από όλα, αλλά τίποτα ξεκάθαρα.

Αν όμως ο Ομπράντοβιτς βρει τη συνταγή (και το βιογραφικό του λέει ότι συνήθως τη βρίσκει), τότε ο Παναθηναϊκός θα έχει κάτι σπάνιο: μια φροντ λάιν που προσαρμόζεται σε κάθε αντίπαλο, αντί να προσαρμόζεται ο αντίπαλος σε αυτήν. Και στη EuroLeague, όπου τα μεγάλα παιχνίδια κρίνονται στο ριμπάουντ, στα μις ματς και στο ποιος επιβάλλει το σώμα του, αυτό είναι χρυσάφι.

Κορυφαία γραμμή ψηλών στην Ευρώπη; Στα χαρτιά, η κουβέντα στέκει. Στο παρκέ, θα το μάθουμε από τον Οκτώβριο. Εγώ πάντως, ομολογώ, ανυπομονώ να το δω.

Λεσόρ: η επιστροφή που θέλει μέτρο για να μην τον χάσει ξανά ο Παναθηναϊκός

Ο Ματίας Λεσόρ επέστρεψε σε πλήρη ομαδική προπόνηση χθες (4 Μαρτίου 2026), κλείνοντας έναν μακρύ κύκλο αποκατάστασης που ξεκίνησε από τον σοβαρό τραυματισμό του στις 19 Δεκεμβρίου 2024 (κάταγμα περόνης) και περιλάμβανε χειρουργείο την επόμενη ημέρα, μια σύντομη επιστροφή στο Final Four του 2025 στο Abu Dhabi και στη συνέχεια νέα αρθροσκοπική επέμβαση στον αριστερό αστράγαλο τον Νοέμβριο του 2025.

Το ζητούμενο πλέον για τον Παναθηναϊκό δεν είναι απλώς να «τον δει στο παρκέ», αλλά να τον επαναφέρει με τρόπο που να μειώνει στο ελάχιστο την πιθανότητα υποτροπής. Η ίδια η πορεία του τελευταίου 15μήνου δείχνει γιατί: μετά το αρχικό χειρουργείο και την προσπάθεια να είναι διαθέσιμος στο Final Four (με τον προπονητή να επιβεβαιώνει τότε τη συμμετοχή του), η επιστροφή αποδείχθηκε σύντομη και ακολούθησε νέα στάση/διαχείριση μέχρι να οδηγηθεί στο δεύτερο χειρουργείο.

Σε αυτό το πλαίσιο, το «μάθημα» από το Abu Dhabi είναι ξεκάθαρο: ακόμη κι αν ένας παίκτης είναι διαθέσιμος ιατρικά, δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμος αγωνιστικά. Θα χρειαστεί χρόνο ώστε να βρει ρυθμό και δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί με συνεχόμενα παιχνίδια υψηλής έντασης. Γι’ αυτό και η επιστροφή του Λεσόρ πρέπει να αντιμετωπιστεί ως διαδικασία πολλών σταδίων, όχι ως ένα γεγονός. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μέσα στη σεζόν, υπήρξαν και επίσημες τοποθετήσεις/ενημερώσεις που τόνιζαν προτεραιότητα στην υγεία και καθυστέρηση επιστροφής όταν εμφανίστηκε ενόχληση και ευρήματα (π.χ. οστικό οίδημα), καθώς και δημόσιες αντιδράσεις του ίδιου για τα «χρονοδιαγράμματα» που κυκλοφορούν.

Από εδώ και πέρα, η προσοχή πρέπει να δοθεί σε τρία σημεία:

Στην σταδιακή επανένταξη, με λεπτά και ρόλο που θα «χτίζουν» εβδομάδα-εβδομάδα και όχι άμεσα στα επίπεδα που είχε πριν τον Δεκέμβριο του 2024.

Στην ρεαλιστική διαχείριση αγωνιστικού ρυθμού, ώστε η ομάδα να μην «ζητήσει» από τον Λεσόρ να καλύψει σε λίγα παιχνίδια όσα έχασε σε μήνες.

Και στο σαφές πρωτόκολλο επιστροφής, γιατί το ζητούμενο είναι να υπάρχει στο κρίσιμο σημείο της σεζόν και όχι να επιστρέψει νωρίς και να χαθεί ξανά.

    Ο Παναθηναϊκός έχει κάθε λόγο να προστατεύσει την επένδυσή του και τον βασικό του σέντερ: η επιστροφή του Λεσόρ μπορεί να αλλάξει ισορροπίες, αλλά μόνο αν γίνει με μέτρο, χωρίς βιαστικές κινήσεις και χωρίς να επαναληφθεί το μοτίβο μιας γρήγορης επιστροφής που τελικά δεν έχει συνέχεια.

    Μπάσκετ στην Ελλάδα: Το άθλημα που ακροβατεί ανάμεσα στην επιτυχία και την παρακμή…

    Το ελληνικό μπάσκετ εδώ και χρόνια νοσεί βαθιά. Δεν είναι ψέματα, αλλά η σκληρή πραγματικότητα. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο σε ένα άθλημα, αλλά δυστυχώς αντανακλά την γενικότερη κατάσταση του αθλητισμού στην χώρα. Από τα πιο μικρά ερασιτεχνικά σωματεία μέχρι τις υψηλότερες διοικητικές βαθμίδες, στις Ομοσπονδίες και στα Υπουργεία, η κατάσταση μοιάζει με έναν βάλτο όπου ο καθένας βολεύεται σε μια θέση, χωρίς να τον ενδιαφέρει το αύριο.

    Η Ελλάδα έχει δυστυχώς κατακλυστεί από ανθρώπους που λατρεύουν την στασιμότητα και δεν έχουν την παραμικρή ιδέα του τι θα πει πρόοδος. Έχουν στόχο μόνο την προσωπική τους εξυπηρέτηση και κάνουν πέρα το κάθε συλλογικό καλό. Διοικητικοί παράγοντες που ενδιαφέρονται για μικροπολιτικά οφέλη. Προπονητές που αρνούνται πεισματικά να εκσυγχρονιστούν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τα νέα παιδιά σαν στρατιώτες προς εκπαίδευση. Καθηγητές προπονητικής μιας άλλης εποχής που μας έχει αφήσει πίσω χρόνους, αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί, σε καίριες θέσεις για το μέλλον. Και γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως προέκταση του εγωισμού τους, αδιαφορώντας αν τα παιδιά τους περνάνε καλά στο γήπεδο ή όχι.

    Αυτό το περιβάλλον παράγει αναπόφευκτα και τους αντίστοιχους οπαδούς. Φανατισμένοι, βίαιοι, γεμάτοι τοξικότητα που τροφοδοτείται από τις ομάδες, επιθετικότητα και μίσος για τον άλλο, έτοιμοι να συγκρουστούν για το παραμικρό. Μέσα σε όλο αυτό το χάος ευδοκιμούν παράγοντες που εξαπατούν και εκμεταλλεύονται ομάδες και ανθρώπους, μετατρέποντας τον αθλητισμό σε προσωπικό τους τσιφλίκι. Άνθρωποι που προβάλλουν την τοξικότητα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ζουν με την ψευδαίσθηση ότι η δύναμή τους είναι αδιαμφισβήτητη.

    Δεν είναι ζήτημα ενός γεγονότος ή μιας ημέρας, αλλά είναι η συνολική εικόνα που με απογοητεύει βαθιά.

    Χθες καθόμουν με την κορούλα μου, που αγαπάει, λάθος, λατρεύει το μπάσκετ. Άντε να της εξηγήσω όσα διαδραματιζόντουσαν στον αγώνα. Άντε να κάτσεις να εκφράζεις την αγάπη σου για το άθλημα, να προσπαθείς να αναλύσεις, να αναδείξεις και να εξελίξεις κάτι που αγαπάς…

    Η κατάσταση αυτή δύσκολα θα αλλάξει. Αλλά ζούμε με την ελπίδα ότι κάπου, κάποιος, κάποια στιγμή θα κάνει τη διαφορά…