ΑρχικήYOUTH BASKETBALL«Ακούμπα τη γραμμή»

«Ακούμπα τη γραμμή»

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν έφερε στη Λευκωσία μετάλλια και αναμνήσεις. Ανάμεσα σε πολλές ιστορίες που είπε, μας έφερε και μία για ένα χέρι που άγγιζε γραμμές. Και μέσα σε αυτή την ιστορία χωράει όλο το μυστικό του πρωταθλητισμού.

Υπάρχουν ομιλίες που τις ξεχνάς πριν φτάσεις στο αυτοκίνητο. Και υπάρχουν ιστορίες που σε ακολουθούν μέχρι το σπίτι, σε περιμένουν στην πόρτα και σου λένε «κάτσε να τα ξαναπούμε». Αυτό που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Γιαννάκης στο Παλιό Δημαρχείο Λευκωσίας, στην παρουσίαση της συνεργασίας του με την ΕΚΟ για τη νέα γενιά του κυπριακού μπάσκετ, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Ο «Δράκος» δεν μίλησε για τρίποντα, συστήματα και pick and roll. Μίλησε για κάτι πολύ πιο ταπεινό: το γνωστό… «καμικάζι». Την άσκηση που μισούν όλα τα παιδιά του κόσμου, σε όλα τα γήπεδα του κόσμου, από τη Νίκαια μέχρι τη Λευκωσία.

«Όταν ξεκίνησα να παίζω μπάσκετ, έκανα ό,τι μου έλεγε ο προπονητής μου με απόλυτη ακρίβεια. Όταν μας έβαζε να τρέχουμε καμικάζι, εγώ ακουμπούσα όλες τις γραμμές με το χέρι, ενώ οι συμπαίκτες μου όχι. Έκλεβαν σε κάθε γραμμή όλο και περισσότερο. Και μάλιστα με κορόιδευαν επειδή εγώ έκανα κανονικά την άσκηση και ερχόμουν στους τελευταίους. Όταν πήραμε το Ευρωμπάσκετ το ’87 και με έβρισκαν έξω οι πρώην συμπαίκτες μου, μου έλεγαν: “Παναγιώτη, αφού μαζί ξεκινήσαμε να παίζουμε μπάσκετ, πώς έφτασες εκεί εσύ και εμείς όχι;”. Και τους απαντούσα: “Αφού εσύ… έκλεβες, όσο εγώ έκανα κανονικά την άσκηση”».

Τελεία. Δεν χρειάζεται ούτε ανάλυση τεσσάρων ωρών, ούτε PowerPoint. Χρειάζεται όμως να το αφήσουμε λίγο να κατακάτσει, όπως ο καλός καφές.

Οι γραμμές δεν λένε ψέματα

Το «καμικάζι» είναι η πιο δημοκρατική άσκηση του μπάσκετ. Δεν ρωτάει πόσο ψηλός είσαι, πόσο ταλέντο κουβαλάς, ποιος είναι ο μπαμπάς σου. Ρωτάει ένα και μόνο πράγμα: θα ακουμπήσεις τη γραμμή ή θα κλέψεις;

Και εδώ είναι το κρυφό δηλητήριο. Το κλέψιμο στη γραμμή μπορεί να μην το βλέπει κανείς. Ο προπονητής ίσως να κοιτάζει αλλού, οι συμπαίκτες κλέβουν κι αυτοί, το ρολόι τρέχει. Μισός πόντος πιο μακριά, μετά ένας, μετά δύο. Κανείς δεν έχασε ποτέ πρωτάθλημα από μία κλεμμένη γραμμή. Όλοι όμως όσοι δεν έφτασαν ποτέ ψηλά, κάπου εκεί ξεκίνησαν το ταξίδι τους: από μια γραμμή που «δεν πειράζει, ποιος θα το δει».

Ο μικρός Παναγιώτης από τη Νίκαια ερχόταν τελευταίος στα καμικάζι και άκουγε τα πειράγματα. Το τσιπάκι του, όμως, δεν χάλασε ποτέ. Γιατί κατάλαβε από νωρίς κάτι που πολλοί δεν καταλαβαίνουν ούτε στα σαράντα τους: ο αντίπαλος στην προπόνηση δεν είναι ο διπλανός σου. Είναι ο εαυτός σου. Και τον εαυτό σου μπορείς να τον κοροϊδέψεις για χρόνια… Μέχρι που μία μέρα θα σου στείλει τον λογαριασμό. Και μάλιστα με τόκο…

Από τα πειράγματα στο ΣΕΦ

Το πού οδήγησαν όλες αυτές οι «χαμένες» γραμμές το ξέρουμε απ’ έξω. 14 Ιουνίου 1987, Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, Ελλάδα – Σοβιετική Ένωση 103-101 στην παράταση, ο Γκάλης να γράφει ιστορία με 40 πόντους και δίπλα του ο αρχηγός, ο Γιαννάκης, να μοιράζει το παιχνίδι και να κρατάει την ομάδα όρθια όταν έτρεμαν και τα φώτα του γηπέδου. Η βραδιά που άλλαξε για πάντα το ελληνικό μπάσκετ.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο ίδιος άνθρωπος ανέβηκε ξανά στην κορυφή της Ευρώπης το 2005 από τον πάγκο, στο Βελιγράδι, και ένα χρόνο μετά, στη Σαϊτάμα, κοίταξε στα μάτια την Dream Team των ΛεΜπρόν, Γουέιντ και Άντονι και την έστειλε σπίτι της με εκείνο το μυθικό 101-95. Μοναδικός στην ιστορία που σήκωσε Ευρωμπάσκετ και ως παίκτης και ως προπονητής. Οι πρώην συμπαίκτες της γειτονιάς, υποθέτουμε, σταμάτησαν κάποια στιγμή να ρωτάνε «πώς έφτασες εκεί εσύ;». Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια και χωρούσε σε μία πρόταση.

Το μήνυμα για τα δικά μας παιδιά

Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι ο Γιαννάκης δεν ήρθε στην Κύπρο για να πει απλώς μια ωραία ιστορία και να φύγει. Το Basketball Youth Program της ΕΚΟ τον έφερε στα παρκέ, δίπλα σε παιδιά σωματείων από τη Λευκωσία, τη Λεμεσό και την Πάφο. Δηλαδή ακριβώς εκεί που κρίνεται το μέλλον του κυπριακού μπάσκετ: όχι στα φώτα των τελικών, αλλά στις απογευματινές προπονήσεις που δεν τις βλέπει κανείς.

Γιατί, κακά τα ψέματα, το δικό μας μπάσκετ δεν θα σωθεί από κανένα μαγικό ραβδί. Δεν υπάρχει Χόγκουαρτς της καλαθόσφαιρας. Υπάρχουν γήπεδα, γραμμές και μια απόφαση που παίρνει το κάθε παιδί μόνο του, κάθε μέρα, χίλιες φορές: θα σκύψω να ακουμπήσω ή θα κλέψω λιγάκι; Τα αγαθά, έλεγαν οι παλιοί, κόποις κτώνται. Ο Κόμπι ξυπνούσε στις τέσσερις το πρωί, ο Γιαννάκης ακουμπούσε τις γραμμές. Άλλαξε η δεκαετία, άλλαξαν τα παπούτσια, το μυστικό έμεινε ίδιο και προκλητικά απλό.

Και κάπου εδώ κρύβεται η αισιοδοξία. Γιατί αν το μυστικό ήταν το ταλέντο, θα ήμασταν καταδικασμένοι να περιμένουμε πότε θα γεννηθεί ο επόμενος «εκλεκτός». Το μυστικό όμως είναι η γραμμή. Και τη γραμμή μπορεί να την ακουμπήσει ο καθένας. Και το παιδί στη Λακατάμια και το κορίτσι στη Λεμεσό και ο πιτσιρικάς στην Πάφο που ήρθε χθες τελευταίος στο καμικάζι και τον κορόιδεψαν.

Σε αυτόν τον πιτσιρικά, λοιπόν, μία συμβουλή από καρδιάς: μην αλλάξεις τίποτα. Κάπου εκεί έξω, ένα βράδυ του 1987, ένας άλλος «τελευταίος» σήκωσε την Ευρώπη στις πλάτες του. Ακούμπα τη γραμμή. Οι υπόλοιποι ας γελάνε. Έχουν καιρό μέχρι να ρωτήσουν «αφού παίζαμε μαζί, πώς έφτασες εκεί εσύ;».

Enjoyed this article? Show your support and help fund more independent basketball reporting, analysis and commentary.

Must Read