Στο νησί μας, όπου ο ήλιος δουλεύει υπερωρίες, τα γήπεδά μας παίζουν στα… τυφλά. Και το χειρότερο: η δικαιολογία του κόστους έχει πια καεί… Όπως και οι λάμπες.
Την ιδέα αυτού του κειμένου την πήρα από ένα σχόλιο του συνάδελφου Βόρη Καραγιάννη, έχοντας και προσωπική εμπειρία. Υπάρχει αρκετή δόση χιούμορ, αλλά περισσότερη αλήθειας…
Είναι εφτά και μισή το απόγευμα, κάπου στην Κύπρο. Δεν έχει σημασία πού, γιατί αυτήν την εικόνα μπορεί να την βρεις παντού, από την Πάφο μέχρι το Παραλίμνι. Δέκα παιδιά τρέχουν σε ένα γήπεδο, το ένα καλάθι λούζεται στο φως, το άλλο βρίσκεται σε καθεστώς μερικής… συσκότισης. Η μπάλα φεύγει από τα χέρια του παιδιού, χάνεται για ένα δευτερόλεπτο στο σκοτάδι και ξαναεμφανίζεται στο σανίδι σαν να γύρισε από ταξίδι.
Ο Διογένης έψαχνε με το φανάρι να βρει άνθρωπο. Εμείς ψάχνουμε με τη φώτιση του κινητού να βρούμε το καλάθι.
Το πιο φτηνό πρόβλημα που δεν λύνεται ποτέ
Για τις υποδομές στην Κύπρο τα έχουμε πει χιλιάδες φορές. Έχουμε γράψει για κλειστά που κλείνουν τις πόρτες τους στον κόσμο, για ταρτάν που ξεφλουδίζουν, για αποδυτήρια που θυμίζουν σκηνικό ταινίας τρόμου, για παρκέ που έχουν κύματα εκεί που δεν υπάρχει θάλασσα. Και κάθε φορά η απάντηση έρχεται τυποποιημένη, σαν αυτόματος τηλεφωνητής: δεν υπάρχουν κονδύλια.
Εντάξει. Ας δεχτούμε προς στιγμήν ότι δεν χτίζουμε καινούργιο κλειστό. Ας δεχτούμε ότι το παρκέ θα περιμένει. Ας δεχτούμε ακόμη και ότι τα αποδυτήρια θα συνεχίσουν να λειτουργούν με το σύστημα «φέρε πετσέτα από το σπίτι».
Μια λάμπα, όμως;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μελέτη σκοπιμότητας, δεν μιλάμε για ευρωπαϊκό πρόγραμμα, δεν μιλάμε για διαγωνισμό με ενστάσεις που θα φτάσουν στην αρμόδια Αρχή. Μιλάμε για ένα καλάθι με προβολείς, ένα καλάθι με βίδες και έναν άνθρωπο με σκάλα. Υπάρχουν γήπεδα σε αυτό το νησί που έχουν καμένους προβολείς εδώ και χρόνια. Χρόνια. Όχι εβδομάδες. Παιδιά μπήκαν στην ακαδημία με τη μισή φωτιστική εγκατάσταση εκτός λειτουργίας και βγήκαν από την ακαδημία με την ίδια ακριβώς εγκατάσταση εκτός λειτουργίας. Πέρασε ολόκληρη αγωνιστική ηλικία στο… ημίφως.
Τα νούμερα δεν σηκώνουν παζάρι
Και για να μη θεωρηθεί ότι γκρινιάζουμε στο… περίπου, ας βάλουμε και λίγη τεχνική βάση, γιατί ο φωτισμός δεν είναι θέμα γούστου. Είναι προδιαγραφή.
Το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 12193 και οι κατευθύνσεις της FIBA είναι ξεκάθαρα. “Για προπόνηση και ψυχαγωγική χρήση απαιτούνται κατ’ ελάχιστον περίπου 200 lux με ομοιομορφία 0,5, για περιφερειακές διοργανώσεις ο πήχης ανεβαίνει στα 500 lux με ομοιομορφία 0,7”, ενώ για τα μεγάλα τηλεοπτικά παιχνίδια οι απαιτήσεις εκτοξεύονται στα 1.500 με 2.000 lux σε όλη την επιφάνεια του παρκέ. Δεν είναι μόνο η ένταση. Η αναλογία ελάχιστης προς μέγιστη φωτεινότητα έχει σημασία, γιατί οι σκοτεινές ζώνες καταστρέφουν την ορατότητα και οδηγούν σε λάθη που δεν οφείλονται στην ικανότητα του παίκτη.
Μεταφράζω για όσους δεν αγαπούν τους αριθμούς: όταν το ένα μισό του γηπέδου έχει φως και το άλλο μισό έχει… ατμόσφαιρα, δεν παίζεις μπάσκετ. Παίζεις κρυφτό.
Η καραμέλα του κόστους έλιωσε
Εδώ είναι και το πιο πικρό σημείο της ιστορίας. Η δικαιολογία του λογαριασμού ρεύματος ήταν πειστική κάποτε. Το 2011, το 2013, στα χρόνια που όλα ήταν πάγωμα και περικοπή, μπορούσε κάποιος να πει «ξέρεις πόσο καίει αυτή η εγκατάσταση;» και να τον πιστέψεις.
Το 2026 δεν πείθει κανέναν. Και ξέρετε γιατί;
Πρώτον, γιατί υπάρχει το LED. Ένας σύγχρονος προβολέας LED δίνει το ίδιο ή περισσότερο φως καταναλώνοντας ένα κλάσμα της ενέργειας ενός παλιού μεταλλικών αλογονιδίων, με πολλαπλάσια διάρκεια ζωής και χωρίς τον εκνευριστικό χρόνο προθέρμανσης που έκανε τον υπεύθυνο του γηπέδου να ανάβει τα φώτα δεκαπέντε λεπτά πριν έρθουν τα παιδιά. Δηλαδή: η αντικατάσταση δεν είναι έξοδος. Είναι απόσβεση. Πληρώνεις μία φορά και σταματάς να πληρώνεις κάθε μήνα. Το ξέρει και ο τελευταίος νοικοκύρης που άλλαξε τις λάμπες στο σαλόνι του.
Δεύτερον, και εδώ είναι που η συζήτηση τελειώνει: τα περισσότερα από αυτά τα γήπεδα, δημοτικά και κοινοτικά, έχουν πλέον φωτοβολταϊκά στη στέγη ή δίπλα τους. Στο νησί με τον περισσότερο ήλιο της Ευρώπης, στήσαμε πάνελ παντού και μετά αφήσαμε τα καλάθια στο σκοτάδι. Είναι σαν να έχεις γεώτρηση στην αυλή και να μη ποτίζεις τον κήπο επειδή «είναι ακριβό το νερό».
Η καραμέλα των εξόδων, με άλλα λόγια, δεν λιώνει πια. Την έφαγε ο ήλιος.
Δεν είναι αισθητικό. Είναι ζήτημα ασφάλειας
Ας μιλήσουμε και σοβαρά για λίγο, γιατί η ιστορία έχει και μια όψη που δεν αστειεύεται.
Κακός φωτισμός σημαίνει καθυστερημένη αντίδραση. Καθυστερημένη αντίδραση σημαίνει στραμπουληγμένος αστράγαλος σε ένα δεύτερο σουτ, δάχτυλο που τρώει την μπάλα γιατί δεν την είδε να έρχεται, σύγκρουση σε αιφνιδιασμό. Σημαίνει διαιτητής που δεν βλέπει καθαρά ένα φάουλ στη γωνία και ακούει τη μισή εξέδρα άδικα. Σημαίνει προπονητής που δεν μπορεί να διορθώσει μηχανική σουτ επειδή απλώς δεν διακρίνει τον καρπό του παιδιού.
Και σημαίνει, τέλος, κάτι που στην εποχή μας μετράει όσο τίποτε άλλο: δεν βγαίνει βίντεο. Ένα παιδί που θέλει να στείλει highlights σε κολέγιο ή σε ομάδα του εξωτερικού, ένα σωματείο που θέλει να κάνει livestream τον αγώνα υποδομής για να τον δουν οι γονείς, μια ομοσπονδία που θέλει να χτίσει προϊόν… Όλα αυτά προϋποθέτουν μια κάμερα που να έχει κάτι να καταγράψει. Στα 150 lux, η κάμερα του κινητού δεν βλέπει μπασκετμπολίστα. Βλέπει σκιά που κινείται.
Δεν ζητάμε το Μπερναμπέου. Λάμπα ζητάμε.
Και εδώ είναι που το πράγμα γίνεται σχεδόν αστείο. Συζητάμε για στρατηγικές ανάπτυξης του αθλήματος, φτιάχνουμε παρουσιάσεις για τη μαζικοποίηση, μιλάμε για 3×3 και για μεγάλα όνειρα, τρέχουμε πρωταθλήματα υποδομών σε πέντε κατηγορίες. Και ταυτόχρονα δεν έχουμε βρει τρόπο να ανεβάσει κάποιος μια σκάλα και να ξεβιδώσει έναν καμένο προβολέα.
Με το ποσό μιας μέτριας μεταγραφής φωτίζεις μισή επαρχία. Με το κόστος μιας σεζόν διαφημιστικής καμπάνιας βάζεις LED σε δεκάδες γήπεδα γειτονιάς. Δεν είναι θέμα χρημάτων. Είναι θέμα του να θεωρήσει κάποιος ότι το πράγμα τον αφορά και εκεί ακριβώς σκοντάφτουμε πάντα… Ανάμεσα σε Δήμο, ΚΟΑ, Σχολική Εφορεία, σωματείο και σε αυτό το μαγικό «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα» που έχει λύσει περισσότερα προβλήματα στα χαρτιά από όσα έλυσε ποτέ στην πραγματικότητα.
Και φως εγένετο (κάποια στιγμή)
Λένε πως είναι καλύτερο να ανάψεις ένα κερί παρά να καταριέσαι το σκοτάδι. Στην περίπτωσή μας, δεν χρειάζεται ούτε κερί. Χρειάζεται μια λίστα.
Μια λίστα με τα γήπεδα του νησιού, μια στήλη με το τι λείπει από το καθένα, ένα συνεργείο και ένα χρονοδιάγραμμα τριών μηνών. Δεν χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση, δεν χρειάζεται ευρωπαϊκό κονδύλι, δεν χρειάζεται καν ανακοίνωση. Χρειάζεται μόνο να αποφασίσει κάποιος ότι το φως σε ένα γήπεδο γειτονιάς είναι υποδομή και όχι πολυτέλεια.
Και η αλήθεια είναι ότι έχουμε δει και καλά παραδείγματα. Υπάρχουν Δήμοι που το έκαναν, γήπεδα που αναβαθμίστηκαν, κοινότητες που κατάλαβαν ότι ένα φωτισμένο γήπεδο είναι το πιο φθηνό κοινωνικό πρόγραμμα που μπορεί να αγοράσει ένας τόπος. Γιατί κρατάει τα παιδιά έξω από τα σπίτια και μακριά από τις οθόνες, δίνει σημείο συνάντησης σε μια γειτονιά, γεμίζει έναν χώρο που αλλιώς θα ήταν έρημος στις οκτώ το βράδυ.
Οπότε, με όλο τον σεβασμό και με μηδέν κακία: αλλάξτε και καμία λάμπα.
Δώστε στον λαό φως για να παίξει μπάσκετ. Τα υπόλοιπα, τα βρίσκει μόνος του.


