Από τη μία ήθελα να γράψω τόσα πολλά, από την άλλη τίποτα…
Αυτή είναι η αλήθεια για την εμφάνιση της Εθνικής μας απέναντι στην Κροατία, γιατί υπάρχουν βράδια που οι λέξεις περισσεύουν και βράδια που δεν φτάνουν. Kαι το βράδυ της Λεμεσού ήταν και τα δύο μαζί.
Το 50-123 στο «Σπύρος Κυπριανού» είναι από τις πιο βαριές ήττες στην ιστορία μας. Για να βρούμε κάτι αντίστοιχο πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι πίσω στο 1993 και στο 135-60 από την Τσεχία, τότε που το -75 έμοιαζε ρεκόρ άπιαστο για πάντα… Ε, το πλησιάσαμε. Στους 73. Και μακάρι να μείνει εκεί, σκονισμένο στα αρχεία, για άλλα τριάντα τρία χρόνια τουλάχιστον.
Αλλά ποιους είχαμε απέναντί μας το βράδυ της Παρασκευής;
Ας βάλουμε όμως τα πράγματα στη θέση τους, γιατί η στατιστική από μόνη της αδικεί.
Τα βάλαμε με δύο τρομερούς NBAers, τον Ντάριο Σάριτς και τον Ίβιτσα Ζούμπατς, που μας «σέρβιραν» από ένα double-double ο καθένας: 21 πόντους και 10 ριμπάουντ ο πρώτος, 24 και 11 ο δεύτερος. Λες και έκαναν… προπόνηση.
Μαζί τους και ο σεληνιασμένος Ευρωλιγκάτος της Ρεάλ, ο Μάριο Χεζόνια, ο οποίος διάλεξε τη Λεμεσό για να γράψει ιστορία: το πρώτο triple-double από τότε που η FIBA καθιέρωσε τα «παράθυρα» το 2017. Έντεκα πόντοι, δέκα ριμπάουντ, δεκατρείς ασίστ. Και όλα αυτά χωρίς καν να ιδρώσει η φανέλα του…
Και σαν να μην έφταναν αυτοί, ξεπρόβαλε από το πουθενά ο Σκάρα, για να καρφώσει 18 πόντους σε 13 λεπτά συμμετοχής. Δεκατρία λεπτά! Άλλοι σε τόσο χρόνο δεν προλαβαίνουν ούτε να ζεσταθούν…
Θα μου πείτε, και σωστά, ότι τέτοιου διαμετρήματος παίκτες αντιμετωπίσαμε και στο Ευρωμπάσκετ. Σωστά θα σας πω κι εγώ, δεν έχω αντίρρηση.
Υπάρχει όμως μία σημαντικότατη διαφορά, την οποία οφείλουμε να την πούμε δυνατά πριν αρχίσουν οι εύκολες καταδίκες: τότε οι παίκτες μας ήταν ξεκούραστοι. Ναι μεν είχαν περάσει από μία εξαντλητική καλοκαιρινή προετοιμασία, αλλά δεν κουβαλούσαν στις πλάτες τους αγωνιστικές υποχρεώσεις.
Τώρα; Τώρα τα παιδιά προέρχονται από μία ασταμάτητη κούρσα που ξεκίνησε τον περασμένο Αύγουστο, διέσχισε ολόκληρη τη σεζόν και ολοκληρώθηκε με πέντε ματς τελικών ανάμεσα στην ΑΕΚ και τον Κεραυνό. Τελικοί με ένταση, με πίεση, με νεύρα, για να βρεθούν, με το καλημέρα, στο παρκέ των προκριματικών απέναντι στα «τέρατα» της Αδριατικής.
Ε, κάπου «σκάσανε» τα παιδιά μας. Το ρεζερβουάρ έδειξε άδειο από το πρώτο δεκάλεπτο (12-35) και όταν αδειάζει το ρεζερβουάρ, δεν το γεμίζεις με φιλότιμο μόνο… Όσο και αν το φιλότιμο περίσσευε.
Τα νούμερα πονάνε. Τα δεκάλεπτα (12-35, 26-59, 36-92, 50-123) διηγούνται μία ιστορία χωρίς ανατροπές: μία ομάδα που πάλευε με ό,τι της είχε απομείνει και μία άλλη που πατούσε γκάζι ασταμάτητα, γιατί έτσι παίζει η Κροατία όταν κυνηγά την πρόκριση για τη Ντόχα.
Αυτό που δεν φαίνεται στο φύλλο αγώνα είναι τα πόδια που δεν ακολουθούσαν το μυαλό, τα σουτ που δεν έβρισκαν στόχο γιατί ο καρπός δεν είχε άλλη δύναμη, οι άμυνες που ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν. Δεν ήταν αδιαφορία. Ήταν εξάντληση. Και η εξάντληση, σε αυτό το επίπεδο, τιμωρείται αμείλικτα.
Και τώρα;
Τώρα, ψυχραιμία και μπόλικη κατανόηση.
Αυτά τα παιδιά δεν είναι αναίσθητα. Τουναντίον! Αγαπούν τη φανέλα με το εθνόσημο και το απέδειξαν φορώντας την, κατάκοποι, όταν θα μπορούσαν να απλώνουν την κορμάρα τους σε κάποια παραλία της Αγίας Νάπας, του Πρωταρά ή της Πάφου, απολαμβάνοντας τη θερινή ραστώνη που τόσο δικαιωματικά κέρδισαν…
Το -73 πονάει, δεν λέω. Θα μείνει στα βιβλία δίπλα στο -75 του ’93 και θα το θυμόμαστε. Αλλά η ιστορία μίας εθνικής ομάδας δεν γράφεται μόνο με τα σκορ. Γράφεται και με το ποιος παρουσιάστηκε, πότε και σε ποια κατάσταση.
Και τα δικά μας παιδιά παρουσιάστηκαν. Στραγγισμένα, αλλά παρουσιάστηκαν.
Αυτό, σε πείσμα του τελικού αποτελέσματος, τιμή δεν έχει.

