Κυριακή βράδυ, λίγο μετά τις οκτώ και μισή. Το «Τάσσος Παπαδόπουλος – Ελευθερία» αδειάζει με τον ρυθμό που αδειάζει ένα σπίτι μετά από γάμο: αργά, με κόσμο που στέκεται στις εξόδους και δεν λέει να φύγει, με παιδιά που κρατούν μπλούζες σαν λάφυρα και με μια ομάδα ανθρώπων στη μέση του παρκέ που κοιτάζονται χωρίς να λένε πολλά. Δεν έχουν φωνή. Την ξόδεψαν όλη σε τρεις μέρες.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα του φετινού «Νεόφυτος Χανδριώτης». Όχι το 77-72, ούτε το 98-74. Τα σκορ χάνονται από τη μνήμη. Το πολύ να κρατήσουν μέχρι τον… Οκτώβριο. Αυτό που μένει είναι πως ένα τουρνουά που γεννήθηκε ως υπόσχεση προς έναν άνθρωπο που έφυγε νωρίς, στην έβδομη έκδοσή του σέρβιρε στην Κύπρο τον πρωταθλητή Ευρώπης, τη Μακάμπι Τελ Αβίβ, τον Ερυθρό Αστέρα και τον Άρη του Βασίλη Σπανούλη. Και τους σέρβιρε σε αυτό που λένε οι αμερικάνοι, «full house».
Φασούλι το φασούλι, επτά χρόνια μετά
Το ρητό που εδώ ταιριάζει όσο και η μπάλα στο καλάθι: φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι. Κανένα τουρνουά δεν ξυπνάει ένα πρωί και βρίσκει τον πρωταθλητή Ευρώπης στο lobby του ξενοδοχείου. Χρειάστηκαν επτά χρόνια τηλεφωνημάτων, αρνήσεων, ματαιώσεων, χορηγών που είπαν «του χρόνου», μεσαζόντων που δεν απάντησαν ποτέ. Το «Νεόφυτος Χανδριώτης» ξεκίνησε με ένα όνομα και μια οικογένεια που αρνήθηκε να το αφήσει να σβήσει (ο πατέρας του, Δημήτρης Χανδριώτης, τον έχει περιγράψει ως φάρο φωτεινό) και κατέληξε φέτος να είναι το μοναδικό σημείο του χάρτη όπου, μέσα σε 48 ώρες, έπαιξαν τέσσερις ομάδες με ευρωπαϊκό διαβατήριο πρώτης κατηγορίας.
Για να το βάλουμε σε προοπτική: η Κύπρος έχει δει μεγάλες βραδιές τα τελευταία χρόνια και στο «Ελευθερία», αλλά βεβαίως και στο «Σπύρος Κυπριανού» με το EuroBasket 2025. Έχει δει την Εθνική να ρίχνει την Πορτογαλία το 2017 μπροστά σε πέντε χιλιάδες κόσμο. Έχει δει διεθνή παιχνίδια που συζητιούνται ακόμα στις μπασκετοκουβέντες. Αλλά δεν είχε δει ποτέ θεσμό. Δηλαδή κάτι που επαναλαμβάνεται, μεγαλώνει, αποκτά ημερομηνία στο ημερολόγιο της Ευρώπης και υποχρεώνει τους άλλους να προγραμματίσουν γύρω του. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα ωραίο γεγονός και σε μια διοργάνωση. Και αυτή τη διαφορά τη διάβηκε φέτος το «Χανδριώτης» και με τα δύο πόδια.
Πανίκος, Κωνσταντίνος, Μαρία, Κώστας, Νικόλας: το ανθρώπινο κόστος της επιτυχίας
Ας πούμε όμως και τα άβολα…
Πίσω από κάθε τζάμπολ που έγινε στην ώρα του υπήρχαν άνθρωποι που δεν κάθισαν. Ο Πανίκος, ο Κωνσταντίνος, η Μαρία, ο Κώστας, ο Νικόλας. Τους είδα να διασχίζουν τον ίδιο διάδρομο δεκαπέντε φορές την ώρα, με το τηλέφωνο κολλημένο στο αυτί και μια λίστα στο χέρι που μεγάλωνε αντί να μικραίνει. Άλλος έτρεχε για τα διαπιστευτήρια, άλλος για το γεύμα των αποστολών, άλλος για τα πρωτόκολλα και τις βραβεύσεις, άλλος για τη ροή της τηλεοπτικής παραγωγής, άλλος για το σεμινάριο που είχε ξεκινήσει στις εννιά το πρωί ενώ την προηγούμενη είχε αγώνα μέχρι αργά το βράδυ…
Δεν είναι γραφικότητα αυτό. Είναι δομικό πρόβλημα και αξίζει να το πούμε καθαρά: η επιτυχία του τουρνουά έχει προσπεράσει την υποδομή που το στηρίζει. Όταν η διοργάνωση μεγαλώνει γεωμετρικά και το επιτελείο μένει αριθμητικά σταθερό, το αποτέλεσμα βγαίνει από το απόθεμα αντοχής συγκεκριμένων ανθρώπων. Φέτος βγήκε. Του χρόνου, αν προστεθεί μια ακόμα ομάδα ή μια ακόμα παράλληλη δράση, το απόθεμα ίσως να μην φτάσει. Τα Mission: Impossible τα κάνει ο Τομ Κρουζ με συνεργείο τριακοσίων ατόμων. Εδώ το κάνει ένας αριθμός μερικών ανθρώπων που τρέχουν ασταμάτητα. Η κούραση φαινόταν στα μάτια τους.
Η φράση «όλα πήγαν ρολόι» είναι κομπλιμέντο μόνο αν κάποιος ξέρει πόσο κόστισε το κούρδισμα. Αλλά ξέρετε κάτι; Η ικανοποίηση που τους άφησε το τέλος της διοργάνωσης, δεν ανταλλάσσεται με τίποτα στον κόσμο!
Ο κόσμος: η καλύτερη διαφήμιση που δεν πληρώθηκε ποτέ
Και μετά ήταν ο κόσμος. Και τις δύο αγωνιστικές ημέρες.
Τα δύο παιχνίδια του Ολυμπιακού ήταν sold out πριν καν πατήσει το αεροπλάνο στο Λάρνακα, γεγονός που από μόνο του διαλύει τον μύθο ότι «στην Κύπρο δεν έρχεται κόσμος στο μπάσκετ». Έρχεται. Απλώς θέλει λόγο. Και τον βρήκε: οικογένειες με παιδιά που ήρθαν δύο ώρες νωρίτερα για να δουν τη ζέσταμα, έφηβοι που παρακολουθούσαν τον Βεζένκοφ όπως παρακολουθεί κανείς εκπαιδευτικό βίντεο, μεσήλικες που ξαναβρήκαν τη φωνή των εικοσιτριών τους, κυπριακές φανέλες ακαδημιών ανακατεμένες με ερυθρόλευκα και κιτρινόμαυρα κασκόλ. Ένα γήπεδο που για τρεις ώρες θύμιζε αεροδρόμιο σε ώρα αιχμής, χωρίς όμως το άγχος του αεροδρομίου.
Το δεκατετράχρονο παιδί που είδε από δέκα μέτρα πώς κινείται χωρίς μπάλα ένας παίκτης EuroLeague, πήρε φέτος μάθημα που δεν υπάρχει σε κανένα drill book. Αυτό είναι το μη μετρήσιμο κέρδος της διοργάνωσης και είναι μεγαλύτερο από κάθε τουριστικό πρόσημο.
Preseason, λέει… και μετά ήρθε το παρκέ
Για τα καθαρά αγωνιστικά δεν θα πούμε πολλά εδώ, ίσως σε κάποιο άλλο άρθρο. Δύο πράγματα όμως πρέπει να ειπωθούν, γιατί τα είδαν όλοι και είναι ακριβώς αυτά που δίνουν αξία στη διοργάνωση.
Το πρώτο αφορά τον Άρη. Το ερώτημα με το οποίο κατεβήκαμε στο «Ελευθερία» ήταν ένα και συγκεκριμένο: αυτός ο Άρης, με το ρόστερ που έχτισε το καλοκαίρι και με τον Βασίλη Σπανούλη στον πάγκο, μπορεί να σταθεί απέναντι σε ομάδες EuroLeague; Η απάντηση ήρθε περίτρανη. Απέναντι στη Μακάμπι, χωρίς τον Στέφαν Γιόβιτς και με τους Άνταμ Μοκόκα, Στέλιο Πουλιανίτη και Γιώργο Τανούλη εκτός, βρέθηκε στο -15 αλλά δεν κατέβασε κεφάλι. Γύρισε το ματς σε παιχνίδι μιας κατοχής και έχασε 92-87 διεκδικώντας τη νίκη μέχρι το τελευταίο λεπτό. Δύο μέρες μετά, στο δεύτερο παιχνίδι μέσα σε 48 ώρες, διέλυσε τον Ερυθρό Αστέρα με 98-74. Είκοσι τέσσερις πόντοι διαφορά απέναντι σε ομάδα EuroLeague δεν προκύπτουν από τύχη ούτε από ρότες. Προκύπτουν από ομάδα που ξέρει τι παίζει και το παίζει με την ένταση τυυ Νοεμβρίου μέσα στον Σεπτέμβρη. Όποιος ήθελε να δει αν το πρότζεκτ του Άρη έχει βάθος, νομίζω ότι το είδε.
Το δεύτερο αφορά τον Ολυμπιακό, και είναι πιο λεπτό. Δύο νίκες, 89-87 επί του Ερυθρού Αστέρα και 77-72 επί της Μακάμπι, το 2/2 στην τσέπη. Και όμως η εικόνα λέει ότι χρειάζεται ακόμα δουλειά. Το ζητούμενο δεν είναι το σκορ, είναι η χημεία: πώς θα δέσουν οι δύο νέοι γκαρντ, ο Ζαν Μοντέρο και ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ, με τον υπόλοιπο κορμό. Μιλάμε για δύο παίκτες που έχουν την μπάλα στα χέρια τους τα περισσότερα δευτερόλεπτα της επίθεσης, σε μια ομάδα που έμαθε να παίζει με άλλα ένστικτα και με άλλα timings στο pick and roll. Αυτά δεν λύνονται με σχέδιο στον πίνακα, λύνονται με ώρες παρκέ. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας το ξέρει καλύτερα από τον καθένα, γι’ αυτό και είδαμε συνεχή διαχείριση ρόστερ και στα δύο ματς.
Το γεγονός, πάντως, είναι τιμητικό για τη διοργάνωση: οι ομάδες δεν ήρθαν για διακοπές. Ήρθαν επειδή ήξεραν ότι εδώ θα βγουν σημαντικά συμπεράσματα.
Τα «ενδιάμεσα» που ήταν, τελικά, το κύριο πιάτο
Και τώρα το κομμάτι που για εμένα προσωπικά ήταν η κορυφή του τριημέρου.
Το Σάββατο, με το παρκέ άδειο και τις κερκίδες σβηστές, στο ίδιο κτίριο συνέβη κάτι πρωτοφανές για το κυπριακό μπάσκετ: για πρώτη φορά, 200 Κύπριοι προπονητές συμμετείχαν σε ένα σεμινάριο, με εισηγητές τον Γιώργο Μπαρτζώκα, τον Βασίλη Σπανούλη και τον Όντεντ Κάτας, από τις εννιά το πρωί μέχρι τις δυό το μεσημέρι, με ελεύθερη είσοδο. Παρόντες και οι συνεργάτες του Μπαρτζώκα, Γιώργος Μποζίκας, Γιάννης Καλαμπόκης και Στέφανος Τριαντάφυλλος.
Ας το αφομοιώσουμε. Διακόσιοι άνθρωποι που δουλεύουν σε ομάδες και ακαδημίες της Κύπρου, άκουσαν τον προπονητή που σήκωσε την EuroLeague, τον κορυφαίο Έλληνα γκαρντ όλων των εποχών στη νέα του ιδιότητα και τον άνθρωπο που κουμαντάρει τη Μακάμπι. Δωρεάν. Στη Λευκωσία. Ένα Σάββατο πρωί που οι περισσότεροι θα μπορούσαν να κοιμούνται.
Αυτό δεν είναι δημόσιες σχέσεις. Είναι μεταφορά τεχνογνωσίας και είναι ακριβώς το είδος επένδυσης που δεν φαίνεται φέτος, αλλά θα φανεί σε οκτώ χρόνια: όταν ένα παιδί που προπονεί σήμερα ο συμμετέχων ίσως να παίζει σε επίπεδο που σήμερα μας φαίνεται μακρινό. Ο Μπαρτζώκας έχει πει κάποτε ότι στον Ολυμπιακό «είσαι από Μεσσίας μέχρι… άσχετος». Οι Κύπριοι προπονητές ξέρουν καλά αυτή τη διαδρομή, απλώς την κάνουν χωρίς… κάμερες. Τουλάχιστον τώρα την κάνουν και με εφόδια.
Στα «ενδιάμεσα» επίσης, την Παρασκευή, το παρκέ παραχωρήθηκε στην ομάδα καλαθόσφαιρας των Special Olympics. Ένα γήπεδο που πριν λίγο ούρλιαζε για ένα κάρφωμα, ούρλιαξε το ίδιο δυνατά για ένα καλάθι που δεν θα γραφτεί σε κανένα box score. Αν κάποιος ψάχνει τον ορισμό του αθλητισμού, ας σταματήσει εκεί.
Ένα όνομα που ταξιδεύει
Και κάπου εδώ φτάνουμε στο μεγαλύτερο επίτευγμα, που δεν καταγράφεται σε κανένα σκορ.
Το «Νεόφυτος Χανδριώτης» δεν είναι πια κυπριακή υπόθεση. Τα παιχνίδια μεταδόθηκαν τηλεοπτικά στην Ελλάδα, τα ρεπορτάζ αναπαράχθηκαν σε ελληνικά, σερβικά και ισραηλινά μέσα, τα highlights κυκλοφόρησαν στα κανάλια των ομάδων, οι στατιστικές του τουρνουά μπήκαν σε αναλύσεις προετοιμασίας από το Βελιγράδι μέχρι το Τελ Αβίβ. Το όνομα ενός φοιτητή της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, που αγάπησε το μπάσκετ και έφυγε πολύ νωρίς, γράφτηκε την περασμένη εβδομάδα σε τίτλους ειδήσεων τεσσάρων γλωσσών.
Δεν υπάρχει μνημείο που να το κάνει αυτό. Κανένα.
Και του χρόνου…
Θα κλείσω με τη μόνη πρόταση που έχει νόημα μετά από ένα τέτοιο τριήμερο: το «Νεόφυτος Χανδριώτης» απέδειξε για ακόμα μια φορά πως η Κύπρος μπορεί. Δεν είναι πια ζήτημα δυνατότητας, είναι ζήτημα υποστήριξης. Αν η Πολιτεία, οι δήμοι, η Ομοσπονδία και ο ιδιωτικός τομέας δώσουν στους ανθρώπους που έτρεχαν ασταμάτητα την στήριξη που πρέπει, τότε αυτό που φέτος χαρακτηρίσαμε «πέρα από κάθε φαντασία» θα είναι απλώς η βάση.
Γιατί το σημαντικότερο που είδα το τριήμερο δεν ήταν ο Βεζένκοφ, ούτε ο Σπανούλης. Ήταν ένα κορίτσι γύρω στα δώδεκα, με φανέλα ακαδημίας, να σημειώνει κάτι σε ένα μπλοκάκι που κρατούσε ενώ έβλεπε το ζέσταμα της Μακάμπι πριν από το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό. Σε δέκα χρόνια, αυτό το μπλοκάκι μπορεί να μεταφραστεί σε… καριέρα, κάτι που πραγματικά το εύχομαι.
Ο Νεόφυτος, για άλλη μια φορά, ήταν εκεί. Σε κάθε κάθισμα.


