Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του «Ντούντα», το ευρωπαϊκό μπάσκετ εξακολουθεί να μιλά μια γλώσσα που εκείνος έγραψε τη γραμματική της. Από την Crveni Krst ως τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη και το ΣΕΦ, η διαδρομή ενός ανθρώπου που δεν πούλησε ποτέ θέαμα, μόνο αλήθεια.
Στο μπάσκετ τα πέντε χρόνια είναι αιωνιότητα. Αρκούν για να γεννηθεί ένα «project», να πεθάνει, να ξαναγεννηθεί με άλλο χορηγό και να το αποκαλέσουμε «νέα εποχή». Αρκούν για να περάσουν από έναν πάγκο τρεις ή και τέσσερις προπονητές και από τα αποδυτήρια σαράντα-πενήντα παίκτες με συμβόλαια ενός έτους και διάθεση μισού. Κι όμως, σήμερα, 16 Σεπτεμβρίου 2026, πέντε χρόνια μετά το πρωινό που ο Ντούσαν Ίβκοβιτς έφυγε από τη ζωή στο Βελιγράδι, το άθλημα ακόμη στέκεται όπως εκείνος το έστηνε: με τα πόδια ανοιχτά στο πλάτος των ώμων, τα χέρια ψηλά και την προσοχή στη βοήθεια.
Ο Ίβκοβιτς δεν ήταν προπονητής που χωρούσε σε GIF. Δεν χόρευε στον πάγκο, δεν έσκιζε σακάκια, δεν έβγαζε ατάκες για τα social. Βαρύς στο βήμα, με το γκρίζο μαλλί, το βλέμμα πίσω από τα γυαλιά και μια φωνή που έμοιαζε να έχει περάσει από γυαλόχαρτο, στεκόταν στη γραμμή σαν δάσκαλος που ξέρει ότι η τάξη θα ησυχάσει μόλις τον δει. Και η τάξη ησύχαζε.Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες…
Ο γείτονας της Ραντνίτσκι
Γεννήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1943 και μεγάλωσε στη συνοικία Crveni Krst, σχεδόν απέναντι από τις εγκαταστάσεις της Ραντνίτσκι. Όπως λέει κι η παροιμία, «όποιος γεννιέται δίπλα στο ποτάμι μαθαίνει κολύμπι». Εκείνος γεννήθηκε δίπλα σε γήπεδο και έμαθε να διαβάζει άμυνες. Αγωνίστηκε αποκλειστικά στη Ραντνίτσκι από το 1958 έως το 1968, χωρίς ποτέ να γίνει αστέρι. Ίσως γι’ αυτό έγινε κάτι σπανιότερο: άνθρωπος που καταλάβαινε τι χρειάζεται ένα αστέρι για να λάμψει.
Πίσω του στεκόταν πάντα η σκιά, και ο φάρος, του μεγαλύτερου αδελφού του, Σλόμπονταν «Πίβα» Ίβκοβιτς, σημαντικής μορφής του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ. Ο μικρός πήρε πτυχίο από τη Σχολή Μεταλλείων και Γεωλογίας του Βελιγραδίου, αλλά τα πετρώματα που τελικά μελέτησε ήταν ανθρώπινα: παιδιά που έπρεπε να σκληρύνουν χωρίς να ραγίσουν. Από το 1968 πέρασε στην προπονητική δομή της Ραντνίτσκι, μετά τη στρατιωτική θητεία δούλεψε ουσιαστικά στις μικρές ηλικίες από το 1971 και το 1974 οδήγησε τους εφήβους του συλλόγου στην κορυφή της Γιουγκοσλαβίας.
Ένα ντεμπούτο που έμοιαζε με φινάλε
Το 1977 πήγε στην Παρτίζαν ως συνεργάτης του Ράνκο Ζεράβιτσα. Έναν χρόνο αργότερα πήρε το τιμόνι. Οι περισσότεροι πρωτάρηδες προπονητές ζητούν χρόνο. Ο Ίβκοβιτς ζήτησε μόνο μία σεζόν: το 1979 η Παρτίζαν σήκωσε πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας, Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας και Κύπελλο Κόρατς. Τριπλή κορώνα στο πρώτο κεφάλαιο, σαν μυθιστόρημα που ξεκινά από τον επίλογο.
Αν τη γενεαλογία του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ την ξεκινά ο Αλεξάνταρ Νίκολιτς και τη συνεχίζει στην εποχή μας ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, ο Ίβκοβιτς είναι ο κρίκος που κράτησε την αλυσίδα ενωμένη. Όχι ο πιο θορυβώδης. Ο πιο ανθεκτικός.
Η γενιά που δεν πρόλαβε να γεράσει
Το 1986 βρέθηκε βοηθός του Κρέσιμιρ Τσόσιτς στο χάλκινο του Παγκοσμίου. Μετά το EuroBasket της Αθήνας το 1987 κάθισε ο ίδιος στην πρώτη καρέκλα, και εδώ αξίζει μια διευκρίνιση που συχνά χάνεται: το χάλκινο της Αθήνας δεν ήταν δικό του ως πρώτου προπονητή. Όσα ακολούθησαν, όμως, ήταν.
Ασημένιο στη Σεούλ το 1988, με ήττα 76-63 από τη Σοβιετική Ένωση στον τελικό. Χρυσό στο Ζάγκρεμπ το 1989, με 98-77 απέναντι στην Ελλάδα του Γκάλη. Παγκόσμιο στο Μπουένος Άιρες το 1990, με 92-75 επί της ΕΣΣΔ. Ευρωπαϊκό στη Ρώμη το 1991, με 88-73 επί της Ιταλίας. Στο ρόστερ οι Ντράζεν Πέτροβιτς, Τόνι Κούκοτς, Ντίνο Ράτζα, Βλάντε Ντίβατς, Ζάρκο Πάσπαλι, Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς. Μια ομάδα που έμοιαζε με τους Beatles στο Abbey Road: στην κορυφή της δημιουργικότητάς της και ήδη με τη διάλυση να χτυπά την πόρτα.
Η ιστορία δεν ρώτησε τον Ίβκοβιτς. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και οι κυρώσεις έκοψαν βίαια το νήμα. Όταν η ΟΔ Γιουγκοσλαβίας επέστρεψε, εκείνος ήταν πάλι εκεί και στο EuroBasket του 1995, στην Αθήνα, την οδήγησε σε ένα αήττητο 9-0 και στο χρυσό, με 96-90 επί της Λιθουανίας στον τελικό.
Τρία ευρωπαϊκά χρυσά ως πρώτος προπονητής εθνικής ανδρών, ένα παγκόσμιο, ένα ολυμπιακό ασημένιο. Τα χρυσά του 1997 και του 1998 και το ασημένιο της Ατλάντα το 1996 ανήκουν στον πάγκο του Ομπράντοβιτς. Ο Ίβκοβιτς βρισκόταν πια δίπλα του ως σύμβουλος, με τον τίτλο του Federal Selector κατά τη FIBA. Η διάκριση δεν αφαιρεί τίποτα από τον μύθο. Αντιθέτως, τον εξηγεί: ο δάσκαλος φαίνεται από τους μαθητές του.
Ο Σοφός που τον βάφτισε ένας αντίπαλος
Η Ελλάδα έγινε η δεύτερη μπασκετική του πατρίδα και το πέρασμά του από πέντε ελληνικούς συλλόγους μοιάζει με χάρτη της ελληνικής μπασκετικής ενηλικίωσης.
Ήρθε το 1980 στον Άρη, όταν ο Νίκος Γκάλης έκανε τα πρώτα του βήματα στη Θεσσαλονίκη και κανείς δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί ότι μια πόλη θα γινόταν πρωτεύουσα της Ευρώπης. Επέστρεψε στην πόλη το 1991, αυτή τη φορά για τον ΠΑΟΚ. Πολλές βιογραφίες, ακόμη και η δική του ιστοσελίδα, κλείνουν εκείνη τη θητεία το 1993. Τα αρχεία της FIBA και της EuroLeague τον καταγράφουν στον πάγκο και τη σεζόν 1993/94. Κορυφαία στιγμή εκείνης της περιόδου, η 22α Απριλίου 1992, όταν ο «Δικέφαλος» στέφθηκε πρωταθλητής Ελλάδας.
Ακολούθησε ο Πανιώνιος (1994-96) και μετά το σπίτι που θα τον έκανε θρύλο. Το προσωνύμιο «Σοφός», που τον συνόδευσε σε όλη του την ελληνική ζωή, έχει κι αυτό τη δική του ειρωνεία: σύμφωνα με όσους έζησαν εκείνη την εποχή από κοντά, το εμπνεύστηκε ο Παναγιώτης Φασούλας σε μια περίοδο έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης, και όχι ακριβώς για να τον κολακέψει. Η ζωή, όμως, έχει τον τρόπο της να γυρίζει τα πειράγματα σε τίτλους τιμής. Το «Σοφός» έμεινε και έγινε παράσημο.
Ρώμη 1997: η πρώτη φορά
Στην πρώτη του σεζόν στον Πειραιά, ο Ολυμπιακός έκανε ό,τι δεν είχε κάνει ποτέ. Κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα στη Ρώμη, κερδίζοντας την Μπαρτσελόνα στον τελικό με 73-58, και συμπλήρωσε το Triple Crown με πρωτάθλημα και Κύπελλο Ελλάδας. Δεκαοκτώ χρόνια μετά την Παρτίζαν του 1979, ο Ίβκοβιτς επανέλαβε το ίδιο τρίπτυχο σε άλλη χώρα, με άλλους ανθρώπους. Η συμμετρία είναι τόσο καθαρή που μοιάζει στημένη. Δεν ήταν. Ήταν μέθοδος.
Στην ΑΕΚ (1999-2001) έκανε κάτι ίσως πιο δύσκολο από το να κερδίσει: να ξεκολλήσει έναν σύλλογο από τη μνήμη του. Το Κύπελλο Σαπόρτα του 2000 και τα Κύπελλα Ελλάδας του 2000 και του 2001 τερμάτισαν δεκαεννέα χρόνια χωρίς τρόπαιο για την Ένωση. Όπως λέει κι ο λαός, «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται». Ο Ίβκοβιτς έμοιαζε να προτιμά τις φουρτούνες.
Κωνσταντινούπολη 2012: το σενάριο που θα απέρριπτε το Χόλιγουντ
Επέστρεψε στον Ολυμπιακό το 2010. Δύο χρόνια αργότερα, σε μια ομάδα που είχε αφήσει πίσω της την εποχή των ακριβών μεταγραφών και είχε μπροστά της ένα ρόστερ με μέσο όρο ηλικίας που θύμιζε φοιτητική εστία, παρέδωσε το μάθημα της καριέρας του.
Στον τελικό της Κωνσταντινούπολης απέναντι στην πανίσχυρη ΤΣΣΚΑ, ο Ολυμπιακός βρέθηκε πίσω με 19 πόντους. Οποιοσδήποτε σεναριογράφος θα έκλεινε εκεί την ταινία με ένα τίμιο, μελαγχολικό φινάλε. Ο Ίβκοβιτς προτίμησε το «Rocky»: ο Βασίλης Σπανούλης πήρε το παιχνίδι στα χέρια του και ο Γιώργος Πρίντεζης, με εκείνο το ημι-hook στα τελευταία δέκατα, έγραψε το 62-61. Ο Πειραιάς ήταν ξανά στην κορυφή της Ευρώπης. Την ίδια σεζόν ήρθε και το πρώτο πρωτάθλημα Ελλάδας για τους «ερυθρόλευκους» μετά το 1997, και για τον ίδιο το βραβείο Alexander Gomelskiy για τον κορυφαίο προπονητή της EuroLeague.
Εκείνη η ομάδα είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη της φιλοσοφίας του. Δεν χρειαζόταν τους καλύτερους παίκτες. Χρειαζόταν παίκτες που θα έπαιζαν σαν οι καλύτεροι επειδή τους το ζητούσε εκείνος.
Μόσχα, Κωνσταντινούπολη και ένα παλμαρέ-πάζλ
Η ΤΣΣΚΑ (2002-05) του έδωσε τρία διαδοχικά πρωταθλήματα Ρωσίας, το Κύπελλο του 2005 και τρία συνεχόμενα Final Four. Το ευρωπαϊκό στέμμα, ειρωνικά, δεν ήρθε. Ήρθε όμως από το πιο απρόσμενο σημείο: με τη Ντιναμό Μόσχας κατέκτησε το ULEB Cup του 2006.
Εκείνος ο τίτλος κλείδωσε ένα ρεκόρ που μοιάζει με ερώτηση κουίζ: Κόρατς το 1979, Σαπόρτα το 2000, ULEB Cup το 2006, EuroLeague το 1997 και το 2012. Ο μοναδικός προπονητής με τέσσερις διαφορετικές μεγάλες ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις, όπως τον χαρακτήριζε και η ίδια η EuroLeague στο αφιέρωμά της μετά τον θάνατό του.
Τελευταίος σταθμός η Αναντολού Εφές (2014-16), με Κύπελλο Τουρκίας και President’s Cup το 2015. Το προσωπικό του αρχείο μετρά συνολικά 20 μεγάλους συλλογικούς τίτλους: δύο EuroLeague, ένα Σαπόρτα, ένα Κόρατς, ένα EuroCup, ένα πρωτάθλημα και ένα Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας, τρία πρωταθλήματα και τέσσερα Κύπελλα Ελλάδας, τρία πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ρωσίας, ένα Κύπελλο και ένα President’s Cup Τουρκίας.
Ο γέροντας και οι έφηβοι
Το 2008, στα 65 του, θα μπορούσε να καλλιεργεί τον κήπο της φήμης του. Αντ’ αυτού ανέλαβε μια πολύ νεαρή Σερβία. Το 2009 την πήγε ως το ασημένιο του EuroBasket, με τον Μίλος Τεόντοσιτς να ξεπροβάλλει ως ηγέτης μιας νέας γενιάς. Το 2010 ακολούθησε η τέταρτη θέση στο Παγκόσμιο. Το 2011 ήρθε η όγδοη θέση και η χαμένη ευκαιρία για το Λονδίνο, το 2013 η έβδομη θέση και το εισιτήριο για το Παγκόσμιο του 2014. Εκεί ανακοίνωσε ότι ο κύκλος του έκλεισε.
Δεν ήταν η πιο λαμπερή του περίοδος. Ήταν όμως, ίσως, η πιο ουσιαστική: παρέδωσε στη χώρα του μια γενιά έτοιμη να ξαναμιλήσει τη γλώσσα των μεταλλίων.
Στη μεταπροπονητική του ζωή δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το γήπεδο. Υπήρξε μέλος της Τεχνικής Επιτροπής της FIBA, είχε διατελέσει πρόεδρος της σερβικής ένωσης προπονητών και από το 2002 έως το 2010 βρέθηκε στην ηγεσία της World Association of Basketball Coaches. Το 2008 συμπεριλήφθηκε στους 50 σημαντικότερους συντελεστές της ιστορίας της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης, το 2017 έγινε μέλος του FIBA Hall of Fame και την ίδια χρονιά ο πρώτος προπονητής που ανακηρύχθηκε EuroLeague Basketball Legend.
Περιστέρια και επιστροφές
Έξω από το παρκέ ήταν παντρεμένος με τη Νένα και πατέρας δύο γιων, του Πέταρ και του Πάβλε. Η άλλη μεγάλη του αγάπη ήταν τα αγωνιστικά περιστέρια. Όχι χόμπι της Κυριακής, αλλά οικογενειακή παράδοση, με διακρίσεις ακόμη και σε σερβικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Το σπίτι του στο Βελιγράδι ήταν αφιερωμένο στις δύο αγάπες του.
Υπάρχει κάτι βαθιά ταιριαστό σε αυτόν τον συνδυασμό. Ο περιστεράς ξέρει ότι ένα πουλί το εκπαιδεύεις για να φύγει μακριά και να βρει μόνο του τον δρόμο της επιστροφής. Ο Ίβκοβιτς έκανε το ίδιο με τους παίκτες του. Τους έστελνε μακριά από τη βεβαιότητα, στα πιο δύσκολα ματς, και εκείνοι επέστρεφαν πάντα στο ίδιο σημείο: στην ομάδα. Κι ο ίδιος, άλλωστε, επέστρεφε. Στη Ραντνίτσκι, στη Θεσσαλονίκη, στον Πειραιά, στην εθνική.
Το αντίο που κράτησε δύο φορές
Το τελευταίο κανονικό του συμβόλαιο έληξε το 2016 στην Εφές. Το μπασκετικό του αντίο, όμως, το είπε στην Ελλάδα. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2017 ο Ολυμπιακός διοργάνωσε στο ΣΕΦ αγώνα προς τιμήν του απέναντι στους Dusan Ivkovic Stars, με τον Σπανούλη, τον Πρίντεζη και μια σειρά σπουδαίων παικτών και προπονητών να τιμούν τον άνθρωπο που ένωσε γενιές.
Τέσσερα χρόνια αργότερα ήρθε το άλλο αντίο, εκείνο που δεν έχει δεύτερο ημίχρονο. Ο Ίβκοβιτς έφυγε στις 16 Σεπτεμβρίου 2021 στο Βελιγράδι, σε ηλικία 77 ετών, έξι εβδομάδες πριν κλείσει τα 78. Ο Σπανούλης τον αποχαιρέτησε με τρεις λέξεις που χωρούν μια ολόκληρη σχέση: «Δάσκαλε, ηγέτη, άρχοντα». Ο Πρίντεζης έγραψε: «Ευλογημένος που ήμουν δίπλα σου, έμαθα τόσα πολλά». Και ο Ομπράντοβιτς, ο κουμπάρος και ο πιο πιστός του μαθητής, είπε αυτό που κανένα βιογραφικό δεν μπορεί να αποτυπώσει: «έφυγε ο άνθρωπος που ήταν τα πάντα για μένα: δάσκαλος, προπονητής, νονός, φίλος».
Στην κηδεία της 21ης Σεπτεμβρίου, ο Ομπράντοβιτς και ο Ντίβατς σήκωσαν το φέρετρο. Η γενιά του 1990 και η γενιά του 1997 περπάτησαν μαζί πίσω του, και στο πλήθος βρίσκονταν άνθρωποι του ελληνικού μπάσκετ που του χρωστούσαν τις καλύτερες νύχτες τους.
Η σχολή που δεν έκλεισε ποτέ
Τον περασμένο Ιούνιο, η προπονητική σχολή που φέρει το όνομά του έφτασε στην 25η της διοργάνωση, με τον Ομπράντοβιτς να ανοίγει τις εργασίες μπροστά σε εκατοντάδες συναδέλφους, λίγες εβδομάδες πριν επιστρέψει στους πάγκους με τον Παναθηναϊκό. Ο μαθητής που έγινε ο πιο επιτυχημένος προπονητής της Ευρώπης εξακολουθεί να διδάσκει μέσα στη σχολή του δασκάλου του. Αν αυτό δεν είναι κληρονομιά, τότε η λέξη δεν έχει νόημα.
Πέντε χρόνια μετά, ο Ίβκοβιτς βρίσκεται σε κάθε προπονητή που προτιμά την εξήγηση από τη φωνή, σε κάθε παίκτη που μαθαίνει ότι η άμυνα είναι χαρακτήρας και όχι κούραση, σε κάθε μικρό γήπεδο όπου ένας άγνωστος προπονητής μικρών ηλικιών σταματά την άσκηση για να δείξει, για δέκατη φορά, πού πατάει το πόδι στη βοήθεια. Εκεί ζει ο Σοφός. Και εκεί, όπως τα περιστέρια του, το μπάσκετ που δίδαξε θα βρίσκει πάντα τον δρόμο της επιστροφής.


