Ο Σούλης Μαρκόπουλος έφυγε σήμερα στα 77 του. Ξεκίνησε μαρκάροντας τον καλύτερο σκόρερ του αντιπάλου και τελείωσε διδάσκοντας παιδιά. Στο ενδιάμεσο πέρασαν πάνω από 700 βράδια στην άκρη ενός πάγκου.
Στο φωτογραφικό αρχείο του ΕΣΑΚΕ υπάρχει μια φωτογραφία που λέει περισσότερα από κάθε τρόπαιο. Είναι η ομάδα του Γ΄ Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης, πρωταθλήτρια στο Πανελλήνιο Σχολικό Πρωτάθλημα του 1965. Ανάμεσα στα αγόρια στέκεται ένας έφηβος Αναστάσιος Μαρκόπουλος. Δεν ξέρει ακόμη ότι όλοι θα τον φωνάζουν Σούλη. Ούτε ότι κανένας Έλληνας προπονητής δεν θα καθίσει σε πάγκο της πρώτης κατηγορίας περισσότερες φορές από αυτόν.
Σήμερα, 25 Σεπτεμβρίου 2026, το ελληνικό μπάσκετ έμαθε ότι ο Σούλης Μαρκόπουλος πέθανε σε ηλικία 77 ετών, μετά από πάνω από τέσσερις δεκαετίες στους πάγκους. Τα αφιερώματα θα απαριθμήσουν ΠΑΟΚ, Άρη, Ηρακλή, Μακεδονικό, Κόρατς, Μαρούσι, και σωστά θα το κάνουν. Η ιστορία του όμως δεν είναι λίστα ομάδων. Είναι ένας κύκλος που άνοιξε σε ένα σχολικό γήπεδο και έκλεισε… πάλι ανάμεσα σε παιδιά.
Ο φύλακας του καλύτερου σκόρερ
Ως παίκτης φόρεσε τη φανέλα του Ολύμπου Σαράντα Εκκλησιών από το 1967 έως το 1972 και έκλεισε την αγωνιστική του πορεία στον Δημόκριτο το 1978. Δεν ήταν ο τύπος που ζητούσε τη μπάλα. Του έδιναν τη δουλειά που κανείς δεν διαλέγει εθελοντικά: τον καλύτερο επιθετικό του αντιπάλου. Σαράντα λεπτά να κοιτάς το στήθος ενός άλλου και να μαντεύεις πού θα πάει πριν πάει. Όποιος το έχει κάνει ξέρει ότι στην ουσία πρόκειται για σκάουτινγκ με τα πόδια.
Εκεί, νομίζω, κρυβόταν ήδη ο προπονητής. Όσο ακόμη έπαιζε στον Δημόκριτο, είχε αναλάβει την παιδική και την εφηβική ομάδα. Ύστερα ήρθε μια σοβαρή πνευμονία στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και του πήρε το παιχνίδι νωρίτερα απ’ όσο έπρεπε. «Κάθε εμπόδιο για καλό», λέει η παροιμία, από εκείνες που σε εκνευρίζουν όταν τις ακούς την ώρα του εμποδίου. Στη δική του περίπτωση η ζωή απλώς έκανε αλλαγή στο pick-and-roll: του πήρε τον σκόρερ που μάρκαρε και του έδωσε ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα να μελετά.
Χρόνια αργότερα θυμόταν ότι η προπονητική ξεκίνησε ως χόμπι, σε μια εποχή που το επάγγελμα του προπονητή με τη σημερινή έννοια σχεδόν δεν υπήρχε. Τον κέρδιζε η ιδέα ότι μπορείς να χτίσεις ομάδα και να κάνεις έναν παίκτη καλύτερο. Θεωρούσε μεγάλη τύχη ότι το χόμπι έγινε δουλειά.
Σαράντα τέσσερις νίκες, εκατόν οκτώ ήττες
Το ντεμπούτο του στην Α΄ Εθνική έγινε στις 4 Νοεμβρίου 1978, στον πάγκο του Δημοκρίτου, απέναντι στον Σπόρτιγκ. Ακολούθησε σχεδόν μία δεκαετία εκεί, με έναν απολογισμό που σήμερα κανένας ατζέντης δεν θα έβαζε σε βιογραφικό: 44 νίκες και 108 ήττες στην Α΄ Εθνική, και ένα τελευταίο παιχνίδι τον Μάιο του 1987, χαμένο μπαράζ στον Βόλο με τη Νήαρ Ηστ (75-64), που έστειλε τον Δημόκριτο από την Α2 στη Β΄ Εθνική.
Οι 108 ήττες ήταν το προζύμι. Κανείς δεν τρώει προζύμι σκέτο, αλλά χωρίς αυτό το ψωμί δεν φουσκώνει. Το 1987 ανέλαβε τον Ηρακλή και με παίκτες όπως ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος τον κράτησε ανταγωνιστικό, συχνά στην πρώτη τετράδα, ενώ Άρης και ΠΑΟΚ τραβούσαν όλα τα φώτα. Στη Θεσσαλονίκη εκείνων των χρόνων, όπου ο Άρης του Γκάλη ήταν ο ήλιος και όλοι οι άλλοι περιφέρονταν γύρω του, αυτό δεν ήταν μικρό κατόρθωμα.
Η καριέρα του κουβαλά και μια υπογραφή που δύσκολα θα ξαναδούμε: δούλεψε και στις τέσσερις μεγάλες μπασκετικές ομάδες της πόλης, ΠΑΟΚ, Άρη, Ηρακλή και Μακεδονικό. Στη Θεσσαλονίκη αυτό δεν είναι βιογραφικό. Είναι… διπλωματικό διαβατήριο.
Ένα βήμα πίσω, ένα Κόρατς μπροστά
Το 1993 έκανε κάτι που οι περισσότεροι προπονητές με το δικό του παρελθόν θα θεωρούσαν προσβολή. Δέχθηκε να γίνει βοηθός του Ντούσαν Ίβκοβιτς στον ΠΑΟΚ. Ο ΕΣΑΚΕ γράφει ότι κάποιοι το είδαν ως πισωγύρισμα, όμως τελικά αποδείχθηκε επένδυση. Λίγους μήνες μετά ο Ίβκοβιτς έφυγε, ο Μαρκόπουλος πήρε τον πάγκο και στις 16 Μαρτίου 1994 ο ΠΑΟΚ νίκησε και στον δεύτερο τελικό τη Στεφανέλ Τεργέστης για το Κύπελλο Κόρατς, τον δεύτερο ευρωπαϊκό τίτλο της ιστορίας του. Την ίδια σεζόν έφτασε και στους τελικούς του πρωταθλήματος, όπου έχασε τον τίτλο στο πέμπτο παιχνίδι από τον Ολυμπιακό.
Και μετά; Ο ΠΑΟΚ δεν τον κράτησε, και τον Φεβρουάριο του 1995 βρέθηκε στον πάγκο του Άρη. Ουδείς προφήτης εν τη πατρίδι αυτού. Στον Άρη η πόρτα γύριζε σαν περιστρεφόμενη ξενοδοχείου: μέχρι το 2000 ολοκλήρωσε μόνο μία σεζόν από την αρχή ως το τέλος, την 1995-96, με αντικαταστάσεις από Σούμποτιτς και Σερφ και επιστροφές στο ενδιάμεσο, ώσπου μια εντός έδρας ήττα από τον Σπόρτιγκ έκλεισε το κεφάλαιο.
Ο ίδιος το ονόμασε χωρίς περιστροφές πολλά χρόνια αργότερα. Έλεγε ότι στην Ελλάδα οι πρόεδροι λυγίζουν στη γκρίνια του περιβάλλοντός τους με το πρώτο στραβοπάτημα και διώχνουν τον προπονητή, και ότι μια ομάδα δεν χτίζεται σε έναν χρόνο. Είναι η πιο ακριβής διάγνωση του ελληνικού μπάσκετ, και την έδωσε κάποιος που την είχε ζήσει στο πετσί του. Αν θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη του με κάτι πρακτικό, ας ξεκινήσουμε από εκεί: συμβόλαια προπονητών που μετρούν σε χρόνια και όχι σε αγωνιστικές.
ΣΕΦ, 64-63
Τον Δεκέμβριο του 2007 ανέλαβε το Μαρούσι και έστησε μία από τις καλύτερες ομάδες της καριέρας του. Στα πλέι οφ του 2008 πήγε τον Ολυμπιακό σε πέμπτο ημιτελικό, τον οποίο έχασε στο ΣΕΦ με 64-63, και ψηφίστηκε προπονητής της χρονιάς. Την επόμενη σεζόν το Μαρούσι τερμάτισε τρίτο και κέρδισε θέση στην Ευρωλίγκα, για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία του.
Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται, λέει η παροιμία. Ο Μαρκόπουλος έδειξε κάτι πιο σπάνιο: ότι φαίνεται και όταν η βάρκα είναι μικρή και τα κουπιά λίγα. Αυτή ήταν η πραγματική του ιδιαιτερότητα. Όχι τα τρόπαια, αλλά η διάρκεια στο υψηλότερο επίπεδο με ομάδες που σπάνια είχαν τους μεγαλύτερους προϋπολογισμούς.
Ένα ρεκόρ που γράφτηκε σε ήττα
Το καλοκαίρι του 2009 επέστρεψε στον ΠΑΟΚ και έμεινε οκτώ συνεχόμενες σεζόν, μέχρι το 2017. Έγινε ο μακροβιότερος και πολυνίκης προπονητής του συλλόγου, με 165 νίκες σε 292 παιχνίδια πρωταθλήματος σε εκείνη τη θητεία, τρεις τρίτες θέσεις (2011, 2014, 2015) και δεύτερο βραβείο προπονητή της χρονιάς το 2014.
Η στιγμή που τον έβαλε οριστικά στην ιστορία είχε κάτι σχεδόν ποιητικό. Στις 5 Δεκεμβρίου 2010, στο ΣΕΦ, ο ΠΑΟΚ έχασε 89-82 από τον Ολυμπιακό, αλλά ο Μαρκόπουλος έκλεισε εκείνο το βράδυ 489 παιχνίδια στην κατηγορία και ξεπέρασε τον Γιάννη Ιωαννίδη. Ο άνθρωπος που δεν κρίθηκε ποτέ από τα τρόπαια ανέβηκε στην κορυφή ένα βράδυ που… έχασε.
Η στατιστική σε τέτοιο κείμενο είναι σαν το αλάτι στο γλυκό: λίγη, και μόνο για να αναδείξει. Πάνω από 700 παιχνίδια πρωταθλήματος στην κορυφαία κατηγορία, περισσότερα από κάθε άλλον προπονητή από την καθιέρωση της Α΄ Εθνικής το 1963. Τρίτος σε νίκες, πίσω μόνο από τον Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς και τον Γιάννη Ιωαννίδη. Στο μπέιζμπολ τον Καλ Ρίπκεν τον είπαν «Iron Man» για 2.632 συνεχόμενα παιχνίδια. Στην Ελλάδα, όπου ο πάγκος είναι ηλεκτρική καρέκλα με μαξιλαράκι, τα 700 παιχνίδια προπονητή είναι ίσως πιο δύσκολο άθλημα.
Όταν μπήκε στο Hall of Fame του ΕΣΑΚΕ τον Δεκέμβριο του 2023, ήταν ο πιο ντροπαλός της βραδιάς και μιλούσε με φωνή που έτρεμε. Τέσσερις δεκαετίες στους πάγκους και προτίμησε να ευχαριστήσει έναν ραδιοφωνικό περιγραφητή: «ο Φίλιππας Συρίγος έβαλε το μπάσκετ σε κάθε σπίτι». Η τελευταία του παρουσία σε επαγγελματικό πάγκο είχε έρθει το 2019, πάλι στον Άρη.
«Coach» στο τραπέζι της κουζίνας
Η κόρη του, η Νάνσυ, έχει περιγράψει έναν πατέρα που περνούσε σχεδόν όλη τη μέρα σχεδιάζοντας συστήματα. Το μπλοκάκι ήταν προέκταση του χεριού του, σαν το τετράδιο συνταγών της γιαγιάς που δεν μπαίνει ποτέ στο συρτάρι. Η οικογένεια σπάνια κατάφερνε να κάνει ολόκληρες διακοπές μαζί, γιατί ακόμη και το καλοκαίρι είχε προετοιμασία και μεταγραφές.
Ο γιος του, ο Χάρης, από μικρός τον φώναζε «coach» και όχι «μπαμπά». Ο Σούλης τον είχε παίκτη στον Μακεδονικό, συνεργάτη στον ΠΑΟΚ και τελικά αντίπαλο, όταν ο Χάρης ανέλαβε τον Κόροιβο. Πατέρας και γιος σε αντίπαλους πάγκους της Basket League, σπάνια εικόνα για το ελληνικό μπάσκετ. Όσοι τον ήξεραν από κοντά θυμούνται και την άλλη πλευρά: δυσκολευόταν πολύ να χωνέψει μια ήττα και μπορούσε να μείνει για μέρες κλεισμένος στον εαυτό του. Δεν τον έκανε λιγότερο αγαπητό. Τον έκανε αληθινό.
Πίσω στο σχολικό γήπεδο
Το 2022, τρία χρόνια μακριά από τους πάγκους και στα 73 του, μιλούσε ακόμη σαν να είχε προπόνηση το απόγευμα: «Σημασία στην ζωή και φυσικά στο μπάσκετ έχει να την ψάχνεις». Στην ίδια συζήτηση ρωτούσε ποιος, ύστερα από τόσα χρόνια στο άθλημα, είπε ποτέ ότι βαρέθηκε και έφυγε. Η απάντηση ήταν ο ίδιος… που δεν έφυγε ποτέ.
Γι’ αυτό το 2024 έστησε μαζί με τον Χάρη τη North Star Academy στη Θεσσαλονίκη. Και ακόμη φέτος το όνομά του βρισκόταν στο προπονητικό τιμ των αναπτυξιακών camp της ακαδημίας. Σχεδόν μισό αιώνα μετά τα παιδικά τμήματα του Δημοκρίτου, ο Σούλης γύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε: σε παιδιά που δεν ξέρουν ακόμη αριστερό lay-up.
Όσοι περνάμε τα απογεύματά μας σε γήπεδα ακαδημιών, στη Λευκωσία, στη Λεμεσό, στην Κόρινθο, ξέρουμε ότι εκεί δεν υπάρχουν κάμερες, Hall of Fame ή ρεκόρ συμμετοχών. Υπάρχει ένα δεκάχρονο που σήμερα έμαθε να κάνει βήματα και αύριο θα τα ξεχάσει. Ο Μαρκόπουλος μάς αφήνει την υπενθύμιση ότι αυτή η δουλειά δεν είναι ο προθάλαμος του μεγάλου μπάσκετ. Είναι το ίδιο το μπάσκετ.
Κάπου στο αρχείο του ΕΣΑΚΕ, ένα αγόρι του 1965 κοιτάζει ακόμη τον φακό. Δεν ξέρει τι θα ακολουθήσει. Εμείς ξέρουμε. Και ξέρουμε πως αν σε ένα από τα αυριανά παιδικά τμήματα υπάρχει ένας πιτσιρίκος που προτιμά να μαρκάρει τον καλύτερο της άλλης ομάδας αντί να σουτάρει, κάποιος θα πρέπει να του δώσει ένα μπλοκάκι…


